Η κυβέρνηση θα μπορούσε να αποφύγει δυσάρεστες καταστάσεις αν διατηρούσε τους φόρους ακινήτων στα 2,2-2,4 δισ. ευρώ με ταυτόχρονη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και κάλυπτε την διαφορά των 800 εκατ. ευρώ από αλλού.

 

Αν ένα νοικοκυριό είχε όλες τις αποταμιεύσεις του συνολικού ύψους 300.000 ευρώ σε τραπεζικές καταθέσεις θα μπορούσε να εισπράττει 12.000 ευρώ τον χρόνο σε τόκους με επιτόκιο 4%.

 

Με φορολογικό συντελεστή 15%, το νοικοκυριό θα πλήρωνε 1800 ευρώ σε φόρους και θα του έμεναν καθαρά στη τσέπη 10.200 ευρώ συν το αρχικό κεφάλαιο των 300.000 ευρώ. Όμως, το ίδιο νοικοκυριό θα μπορούσε να έχει βάλει, θεωρητικά, όλα αυτά τα λεφτά σ’ ένα ακίνητο 150 τ.μ. αντικειμενική αξίας 300.000 ευρώ που χρησιμοποιούσε για ιδιοκατοίκηση.

 

Στην δεύτερη περίπτωση, το νοικοκυριό θα πλήρωνε ΤΑΠ στο λογαριασμό της ΔΕΗ υπέρ του δήμου, το χαράτσι της ΔΕΗ και φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Συνολικά, θα πλήρωνε πάνω από 1800 ευρώ.

 

Είναι προφανές ότι το κράτος φορολογεί το ίδιο ποσό των 300.000 ευρώ με πιο απεχθή τρόπο για το νοικοκυριό που προτίμησε το ακίνητο ως μορφή αποταμίευσης σε σχέση με εκείνο που επέλεξε την τραπεζική κατάθεση.

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η φορολόγηση του ακινήτου ισοδυναμεί με φορολόγηση του κεφαλαίου της αποταμίευσης και οδηγεί σε απομείωσή του, παραπέμποντας μεσομακροπρόθεσμα σε δήμευση περιουσίας.

 

Μερικοί ίσως αμφισβητήσουν κατά πόσο η τοποθέτηση των χρημάτων ενός νοικοκυριού σε ακίνητο ή ακίνητα αντιπροσωπεύει μια μορφή αποταμίευσης.

 

Όμως, η ιστορία διδάσκει ότι περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Τα ακίνητα αντιπροσωπεύουν το 70% και πλέον του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών σύμφωνα με παλαιότερες μελέτες της Εθνικής και άλλων.

 

Οι λόγοι είναι διαφορετικοί. Άλλοι, παλαιότερα, έβαλαν τα λεφτά τους σε ακίνητα, φοβούμενοι τον πληθωρισμό ενώ άλλοι προτίμησαν να αγοράσουν μια ή περισσότερες γκαρσονιέρες και δυαράκια για επένδυση, προσβλέποντας στο ενοίκιο για να συμπληρώσουν τον μισθό ή την σύνταξη τους.

 

Σήμερα, αρκετά από τα τελευταία είναι ξενοίκιαστα ή ενοικιασμένα αλλά οι νοικάρηδες αδυνατούν να καταβάλλουν το νοίκι ενώ κάποια έχουν αγοραστεί με δάνειο αντί με το εφάπαξ ή/και χρήματα από καταθέσεις.

 

Σε κάθε περίπτωση, το δημόσιο έχει επιλέξει στο όνομα της αύξησης των εσόδων-για την οποία κομπάζει συχνά ο εμπνευστής του χαρατσιού στα ακίνητα κ. Βενιζέλος, δηλώνοντας δικαιωμένος- να επιβαρύνει τις τοποθετήσεις σε ακίνητα πολύ πιο δυσανάλογα από άλλες μορφές αποταμίευσης ή/και επένδυσης για το ίδιο ποσό.

 

Η ικανότητα του ιδιοκτήτη να πληρώνει ή μη φόρο ακίνητης περιουσίας με εισοδηματικά κριτήρια δεν υφίσταται ουσιαστικά σαν κριτήριο στη φορολόγηση ακινήτων. Όμως, η κυβέρνηση δεν έχει κανένα ενδοιασμό να μην φορολογήσει τους κατ’ επάγγελμα αγρότες για τις εκτάσεις που καλλιεργούν, διευρύνοντας την φορολογική βάση για καθαρά ψηφοθηρικούς λόγους. Ακόμη κι εκείνων που μοιράζονται δισ. ευρώ ετησίως από τις επιχορηγήσεις των κοινοτικών ταμείων.

 

Είναι λοιπόν επόμενο η αγορά ακινήτων να έχει βουλιάξει και μαζί της η οικοδομή, στερώντας μεγάλα ποσά εσόδων ετησίως από το κράτος. Οι κυβερνώντες πιστεύουν προφανώς ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα καθώς προσπαθούν απεγνωσμένα να επιτύχουν πρωτογενές πλεόνασμα από φέτος για να είναι συνεπείς με τον μνημονιακό στόχο.

 

Ταυτόχρονα, όμως εξαντλούν ή παίζουν με τις αντοχές ενός ολοένα και μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, δημιουργώντας νέες γενιές ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο. H λογική υπαγορεύει να σταθεροποιηθούν τα έσοδα από την φορολογία των ακινήτων στα 2-2,4 δισ. ευρώ με διεύρυνση της φορολογικής βάσης, π.χ. οικόπεδα, αγροτεμάχια κ.τ.λ., αντί να ανέλθουν σε 3,1 δισ. το 2014.

 

Άλλωστε, ο τετραπλασιασμός των φόρων από τα ακίνητα από το 2009 μέχρι σήμερα είναι ήδη υπερβολικός. Πόσο μάλλον ο εξαπλασιασμός της.

 

Η διαφορά των 800 εκατ. ευρώ θα έπρεπε να καλυφθεί με άλλους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της παρόμοιας φορολογικής μεταχείρισης διαφορετικών μορφών αποταμίευσης, π.χ. καταθέσεις.

 

Dr. Money από euro2day