Μετά την περίφημη «Επιτροπή Αλήθειας» για το χρέος που είχε συστήσει η πρώην πρόεδρος της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου και κατήργησε ο νυν πρόεδρος Νίκος Βούτσης, αφού πρώτα ταλαιπώρησε την πολιτική ζωή της χώρας, δηλητηρίασε τις σχέσεις μας με τους εταίρους και έδιωξε τους επενδυτές, σειρά έχουν τώρα οι τράπεζες. 

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνηση Γιάννης Δραγασάκης με επιστολή του προς τους τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, τον πρόεδρο του ΤΧΣ Γιώργο Μιχελή, τον πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Χαράλαμπο Γκότση και την πρόεδρο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών Λούκα Κατσέλη ζητεί αναλυτική έκθεση για «την πορεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την αποτίμηση της εξέλιξης των ανακεφαλαιοποιήσεων, τους όρους με τους οποίους πραγματοποιήθηκαν και τα αποτελέσματά τους συνολικά, αλλά και για κάθε τράπεζα ξεχωριστά, με όρους δημόσιου συμφέροντος»! 
 

Οπως εξηγεί «βούληση της κυβέρνησης είναι να φωτιστούν πλήρως, τόσο οι εξελίξεις που αφορούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όσο και όλες οι πτυχές των ανακεφαλαιοποιήσεων».
 

Δεν ξέρουμε τι ψάχνει ο κ. Δραγασάκης και τι περιμένει να βρει. Ισως ακόμα πιστεύει τις θεωρίες του Γιάννη Βαρουφάκη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση ήταν αναγκαία γιατί δεν έγινε σωστά η δεύτερη! 
 

Σε κάθε περίπτωση, ο κ. αντιπρόεδρος δεν χρειάζεται να περιμένει τις αναλυτικές εκθέσεις των παραπάνω φορέων για να βρει τις απαντήσεις που αναζητεί. 
 

Αρκεί να ρίξει μια ματιά στις αναλυτικές εκθέσεις της ΕΚΤ, οι οποίες συνοδεύουν τα αποτελέσματα των stress test που διενήρησε στις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες.
 

Τα ποσά που προέκυψαν για κάθε τράπεζα δεν είναι τίποτα άλλο από το αποτέλεσμα μιας υποθετικής άσκησης για το πως θα συμπεριφερθούν οι δανειολήπτες στο μέλλον. 
 

Υπολόγισαν τα προβληματικά δάνεια σήμερα (που είναι περισσότερα από το 2014) και προσπάθησαν να εκτιμήσουν πως θα εξελιχθούν τα επόμενα χρόνια. Κατά πόσο οι δανειολήπτες θα είναι σε θέση να πληρώνουν τις δόσεις τους. 
 

Και επειδή κανείς δεν μπορεί να κάνει ακριβείς προβλέψεις για το μέλλον, η άσκηση στηρίζεται σε σενάρια. Δηλαδή η ΕΚΤ εκτιμά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, στην καλύτερη και τη χειρότερη περίπτωση και με βάση αυτές κάνει τους υπολογισμούς της.
 

Στην ανακεφαλαιοποίηση του 2014, λοιπόν, το βασικό σενάριο που έλαβε υπόψη της για να υπολογίσει τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών έκανε λόγο για ανάπτυξη 2,9%, 3,7% και 3,5% το 2015, 2016 και 2017 αντιστοίχως. Δηλαδή φουλ ανάπτυξη στην τριετία.
 

Στην ανακεφαλαιοποίηση του 2015 οι αντίστοιχες υποθέσεις ήταν ύφεση 2,3% το 2015, ύφεση 1,3% το 2016 και ανάπτυξη 2,7% το 2017. Και αυτό στο καλό σενάριο.
 

Διότι στο δυσμενές σενάριο προβλέπει ύφεση 3,3% και 3,9% το 2015 και 2016 και ανάπτυξη μόλις 0,3% το 2017, όταν στην ανακεφαλαιοποίηση του 2014 προέβλεπε ύφεση 0,3% το 2015, ανάπτυξη 1% το 2016 και ανάπτυξη 2,2% το 2017. 
 

Από αυτό και μόνο εξηγούνται οι πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο.
 

Τώρα τι μεσολάβησε σε ένα χρόνο και στην ίδια χώρα, οι ίδιες τράπεζες από εκεί που ήταν πλήρως ανακεφαλαιοποιημένες και άξιζαν πάνω από 20 δισ. ευρώ, βρέθηκαν να χρειάζονται 14,5 δισ. ευρώ και να αξίζουν λιγότερα από 1 δισ. ευρώ, είναι προφανές. 
 

Είναι η πολιτική της «δημιουργικής ασάφειας», της «σκληρής διαπραγμάτευσης», του «δεν πληρώνω», του «κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη», του «Οχι» που έγινε «Ναι» κλπ. 
 

Τέτοιου είδους πολιτικές, όπως και κάθε πολιτική, δεν είναι ανέξοδες. Εχουν κόστος. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι τα 30 δισ. ευρώ που είχαν βάλει οι έλληνες φορολογούμενοι στις τράπεζες και τα οποία χάθηκαν.

 

Παπαϊωάννου Γιώργος από ΤΟ ΒΗΜΑ