Γιατί ο Υπουργός κ. Πιερακκάκης απέφυγε να υπογράψει;
Ο Σύλλογος Δανειοληπτών & Προστασίας Καταναλωτών Βορείου Ελλάδος αξιολογεί ως ανεπαρκή -στα όρια του προσβλητικού- την απάντηση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για το ερώτημα της υποχρεωτικής δημοσιοποίησης της τιμής εξαγοράς των δανείων από τα funds που κατατέθηκε πρόσφατα στη Βουλή από τον Βουλευτή Λάρισας κ. Φλώρο. Η απάντηση, με αριθμό πρωτοκόλλου 142196 ΕΞ 2026 (συνημμένο), υπογράφεται από τη Γενική Γραμματέα Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, κ. Θ. Αλαμπάση και όχι από τον Υπουργό προσωπικά.
Ακόμη και αν παραβλέψουμε τα ερωτήματα που δημιουργεί η άρνηση να υπογραφεί από τον πολιτικό αρμόδιο η απάντηση, η ερώτηση που κατατέθηκε στη βουλή παρέμεινε αναπάντητη. Η κυβέρνηση αρνείται να εξετάσει τη δίκαιη απαίτηση και η υπηρεσιακή απάντηση περιορίζεται απλά στην παράθεση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Με άλλα λόγια, επειδή ο στρεβλωμένος νόμος δεν υποχρεώνει σήμερα τα funds να δημοσιοποιούν το πραγματικό τίμημα εξαγοράς, το Υπουργείο θεωρεί ότι είναι αποδεκτή η διατήρηση αυτής της κατάστασης!
Διαφάνεια για τους αγοραστές των δανείων, αλλά όχι αντίστοιχη προστασία για τους οφειλέτες
Η απάντηση του Υπουργείου υποστηρίζει ότι η μη δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου τιμήματος δεν επηρεάζει τα δικαιώματα άμυνας και ενημέρωσης των δανειοληπτών. Στο συνημμένο αναλυτικό σχολιασμό (συνημμένο) ο νομικός σύμβουλος του Συλλόγου μας επισημαίνει, ωστόσο, ότι άλλο πράγμα είναι η ενημέρωση του οφειλέτη για το ποιος απέκτησε την απαίτηση και ποιο ποσό του ζητείται να πληρώσει και άλλο η δυνατότητά του να γνωρίζει τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της μεταβίβασης. Η διάκριση είναι ουσιώδης:
Ο δανειολήπτης στερείται από κρίσιμα οικονομικά δεδομένα για την αξιολόγηση προτάσεων διευθέτησης, τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων αντιπροτάσεων και, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, την υποστήριξη των δικαιωμάτων του. Η απουσία αυτών των στοιχείων δημιουργεί μια ουσιαστική πληροφοριακή ανισότητα: ο πιστωτής γνωρίζει τους όρους με τους οποίους απέκτησε την απαίτηση, αλλά ο οφειλέτης δεν έχει κατοχυρωμένο δικαίωμα να πληροφορηθεί το πραγματικό τίμημα της συναλλαγής.
Ο Σύλλογος απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι η απόκρυψη της τιμής εξαγοράς «δεν επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα άμυνας ή τα δικαιώματα ενημέρωσης των δανειοληπτών». Η γνώση της πραγματικής οικονομικής αξίας της απαίτησης είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για να μπορεί ένας δανειολήπτης να καταθέσει ή να αξιολογήσει ρεαλιστικές προτάσεις οριστικής διευθέτησης.
Η “ρύθμιση” Χατζηδάκη: διαφάνεια κατ’ όνομα
Ο νομικός του Συλλόγου μας αναφέρει: “…το άρθρο 13 παρ. 4 προσδιορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της γνωστοποίησης, χωρίς να αποκλείει πρόσθετες υποχρεώσεις ενημέρωσης. Αντίστοιχα, η αιτιολογική σκέψη 52 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 αναγνωρίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν αυστηρότερες διατάξεις προστασίας των δανειοληπτών. Συνεπώς, η ενωσιακή νομοθεσία δεν μπορεί να προβάλλεται ως δικαιολογία για τη διατήρηση του υφιστάμενου ελλείμματος οικονομικής διαφάνειας, εφόσον οι πρόσθετες εγγυήσεις θεσπιστούν με τρόπο συμβατό προς το ενωσιακό δίκαιο.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η σύγκριση των κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τη δημοσιότητα των μεταβιβάσεων. Ήδη η υπ’ αριθ. 20783/2020 υπουργική απόφαση, την οποία επικαλείται η υπουργική απάντηση, εκδοθείσα στο πλαίσιο του ν. 3156/2003, προέβλεπε την αναγραφή του ποσού ή του τρόπου υπολογισμού του τιμήματος αγοράς, ενώ στο αντίστοιχο υπόδειγμα γινόταν ρητή αναφορά στο ποσό του τιμήματος.”
Αδιαφορώντας για τα παραπάνω, ήρθε η υπουργική απόφαση 19169 ΕΞ 2024, η οποία αντί να συμμορφωθεί με το δίκαιο της Ε.Ε., περιέχει αντίθετα μια υποσημείωση πώς “αρκεί η παραπομπή στους σχετικούς συμβατικούς όρους της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης”. Οπότε, παρακάμπτει τη δημοσίευση του πραγματικού τιμήματος και του αυτοτελώς επαληθεύσιμου τρόπο υπολογισμού του και οδηγεί τεχνηέντως στην ουσιαστική απόκρυψη των οικονομικών δεδομένων της πώλησης των δανείων.
Για τους επενδυτές υπάρχει “οργανωμένη πληροφόρηση”. Για τον δανειολήπτη;
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο είναι το άρθρο 49 του ν. 5301/2026 σχετικά με την Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Συναλλαγών Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων, που έχει σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών για τις συναλλαγές και τη διευκόλυνση της πώλησης χαρτοφυλακίων μεταξύ επενδυτών και πωλητών. Όπως αναφέρεται στα σχόλια του νομικού μας: “[στο άρθρο] 115 παρ. 2 και 3 του ν. 5072/2023, αναγνωρίζει στα προβλεπόμενα έντυπα δημοσίευσης πλήρη αποδεικτική ισχύ για την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση πρόσθετων εγγράφων για τον συγκεκριμένο σκοπό. Ο ίδιος νομοθέτης, συνεπώς, που θεσπίζει ειδική αποδεικτική διευκόλυνση υπέρ των διαχειριστών, δεν κατοχυρώνει αντίστοιχο ειδικό δικαίωμα οικονομικής πληροφόρησης του δανειολήπτη. Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση αναδεικνύει την άνιση κατανομή των θεσμικών διευκολύνσεων και των πληροφοριακών δυνατοτήτων, η οποία δεν αντιμετωπίζεται με γενικές διαβεβαιώσεις περί μη χειροτέρευσης της δικονομικής θέσης του οφειλέτη.”
Εύλογα, λοιπόν, τίθεται το ερώτημα: Γιατί η Πολιτεία οργανώνει την πληροφόρηση που χρειάζονται οι επενδυτές για να συναλλάσσονται στην αγορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων, χωρίς να κατοχυρώνει αντίστοιχη οικονομική πληροφόρηση για τους ίδιους τους ανθρώπους των οποίων οι οφειλές αποτελούν αντικείμενο αυτών των συναλλαγών;
Ο Σύλλογος απαιτεί συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση
Η άμεση θέσπιση δεσμευτικού νομοθετικού πλαισίου για την υποχρεωτική γνωστοποίηση του πραγματικού τιμήματος εξαγοράς και της οικονομικής αξίας που αναλογεί σε κάθε επιμέρους δανειακή απαίτηση, είναι ηθική και νομική αναγκαιότητα.
Η άμεση και ρητή κυβερνητική τοποθέτηση της πολιτικής ηγεσίας επί του ζητήματος, εγκαταλείποντας την τακτική της απόκρυψης πίσω από διαδικαστικά έγγραφα των υπηρεσιών, είναι πολιτική αναγκαιότητα, ώστε να μη μιλάμε για κυβέρνηση που εξυπηρετεί συμφέροντα.
Η διαφάνεια δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο μόνο για τις αγοραπωλησίες μεταξύ επενδυτών. Όσο η Πολιτεία συνεχίζει να προστατεύει την οικονομική αδιαφάνεια εις βάρος των πολιτών, η επίκληση του “κράτους δικαίου” στην αγορά των κόκκινων δανείων παραμένει κενό γράμμα.
Ο Σύλλογός μας θα συνεχίσει να αναδεικνύει το ζήτημα και να απαιτεί από την Κυβέρνηση σαφή πολιτική τοποθέτηση: είτε θα προχωρήσει στη θέσπιση της αναγκαίας νομοθετικής προστασίας είτε θα πρέπει να αιτιολογήσει συγκεκριμένα γιατί την αρνείται τόσο πεισματικά…
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
Ο ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΟ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
Η υπουργική απάντηση παρουσιάζει θεμελιώδη αναντιστοιχία προς το αντικείμενο της κοινοβουλευτικής ερώτησης. Ενώ ζητήθηκε να εξεταστεί η θέσπιση νέας νομοθετικής υποχρέωσης δημοσιοποίησης του τιμήματος εξαγοράς, η απάντηση περιορίζεται στην παράθεση του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου, καταλήγοντας ότι το τίμημα δεν αποτελεί υποχρεωτικό στοιχείο δημοσιότητας. Το γεγονός, όμως, ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν προβλέπεται σήμερα από τον νόμο δεν απαντά στο ερώτημα γιατί η Πολιτεία δεν προχωρεί στη θέσπισή της. Αντιθέτως, η υπουργική απάντηση μετατρέπει το ίδιο το νομοθετικό έλλειμμα που καλείται να εξετάσει σε επιχείρημα υπέρ της διατήρησής του.
Η επίκληση του άρθρου 13 του ν. 5072/2023 δεν αναιρεί την ανωτέρω διαπίστωση. Η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού προβλέπει την ενημέρωση του δανειολήπτη για τη μεταβίβαση, την ταυτότητα του αγοραστή και του διαχειριστή, καθώς και το ύψος της οφειλής, χωρίς όμως να επιβάλλει γνωστοποίηση του πραγματικού τιμήματος εξαγοράς. Κατ’ αποτέλεσμα, ο δανειολήπτης πληροφορείται ποιος απέκτησε την απαίτηση και ποιο ποσό εξακολουθεί να διεκδικείται από αυτόν, αλλά όχι το οικονομικό αντάλλαγμα που καταβλήθηκε για την απόκτησή της. Πρόκειται για ουσιώδη πληροφοριακή ασυμμετρία, την οποία η υπουργική απάντηση όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει, αλλά παρουσιάζει ως επαρκές καθεστώς διαφάνειας.
Άλλωστε, το ίδιο το άρθρο 13 παρ. 4 προσδιορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο της γνωστοποίησης, χωρίς να αποκλείει πρόσθετες υποχρεώσεις ενημέρωσης. Αντίστοιχα, η αιτιολογική σκέψη 52 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 αναγνωρίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν αυστηρότερες διατάξεις προστασίας των δανειοληπτών. Συνεπώς, η ενωσιακή νομοθεσία δεν μπορεί να προβάλλεται ως δικαιολογία για τη διατήρηση του υφιστάμενου ελλείμματος οικονομικής διαφάνειας, εφόσον οι πρόσθετες εγγυήσεις θεσπιστούν με τρόπο συμβατό προς το ενωσιακό δίκαιο.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η σύγκριση των κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τη δημοσιότητα των μεταβιβάσεων. Ήδη η υπ’ αριθ. 20783/2020 υπουργική απόφαση, την οποία επικαλείται η υπουργική απάντηση, εκδοθείσα στο πλαίσιο του ν. 3156/2003, προέβλεπε την αναγραφή του ποσού ή του τρόπου υπολογισμού του τιμήματος αγοράς, ενώ στο αντίστοιχο υπόδειγμα γινόταν ρητή αναφορά στο ποσό του τιμήματος. Και ενώ ακόμη και το προηγούμενο αυτό πλαίσιο υπολειπόταν ουσιαστικής οικονομικής διαφάνειας, η υπ’ αριθ. 19169 ΕΞ 2024 υπουργική απόφαση, την οποία υπέγραψε στις 6.2.2024 ο τότε Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κωνσταντίνος Χατζηδάκης, προχώρησε, για τις μεταβιβάσεις του ν. 5072/2023, σε μία ακόμη πιο περιοριστική επιλογή ως προς το περιεχόμενο της δημοσιευόμενης πληροφορίας. Στο Παράρτημα ΙΙ, αντί να απαιτείται η γνωστοποίηση του πραγματικού τιμήματος ή έστω η αυτοτελής παράθεση της μεθόδου υπολογισμού του, προβλέπεται με ειδική υποσημείωση ότι «αρκεί η παραπομπή στους σχετικούς συμβατικούς όρους της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης». Δηλαδή, ακόμη και η υποτιθέμενη υποχρέωση δημοσιοποίησης του τρόπου υπολογισμού μπορεί να εκπληρώνεται χωρίς ο τρόπος αυτός να αποτυπώνεται στο ίδιο το δημόσιο έντυπο.
Πρόκειται για κανονιστική επιλογή που δημιουργεί εύλογα και σοβαρά ερωτήματα ως προς τα συμφέροντα που τελικώς εξυπηρετεί. Ποιον ακριβώς προστατεύει η δυνατότητα να μην εμφανίζεται ούτε το πραγματικό τίμημα ούτε ο αυτοτελώς επαληθεύσιμος τρόπος υπολογισμού του; Ασφαλώς όχι τον δανειολήπτη, ο οποίος εξακολουθεί να στερείται της συγκεκριμένης οικονομικής πληροφορίας. Αντιθέτως, η ρύθμιση εξυπηρετεί αντικειμενικά τη δυνατότητα των εταιρειών απόκτησης απαιτήσεων να ολοκληρώνουν τη δημοσιότητα των μεταβιβάσεων χωρίς να αποκαλύπτουν στο σχετικό έντυπο τα ουσιώδη οικονομικά δεδομένα της συναλλαγής. Η υπουργική επιλογή δεν εξασφαλίζει τη δημοσιοποίηση του τρόπου υπολογισμού του τιμήματος, αλλά επιτρέπει τη δημοσιοποίηση μιας απλής παραπομπής στον τρόπο αυτόν. Πρόκειται για διαφάνεια κατ’ όνομα και αδιαφάνεια κατ’ αποτέλεσμα. Και είναι τουλάχιστον αντιφατικό η ίδια αυτή κανονιστική ρύθμιση να επικαλείται σήμερα ως απόδειξη επαρκούς προστασίας των δανειοληπτών. Το κρίσιμο πολιτικό και θεσμικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο γιατί δεν καθιερώθηκε υποχρέωση γνωστοποίησης του τιμήματος, αλλά γιατί, όταν υπήρξε η συγκεκριμένη κανονιστική παρέμβαση, επιλέχθηκε να θεωρείται επαρκής ακόμη και η απλή παραπομπή σε συμβατικούς όρους, αντί να απαιτείται η δημοσίευση συγκεκριμένων και ελέγξιμων οικονομικών στοιχείων.
Ακόμη σοβαρότερη είναι η διαβεβαίωση ότι η μη γνωστοποίηση του τιμήματος δεν επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα άμυνας και ενημέρωσης των δανειοληπτών. Ασφαλώς, το τίμημα απόκτησης δεν ταυτίζεται με το νόμιμο ύψος της εκχωρούμενης απαίτησης, ούτε η αγορά της σε χαμηλότερη τιμή συνεπάγεται αυτοδικαίως αντίστοιχη μείωση της οφειλής ή καταχρηστικότητα της διεκδίκησής της. Άλλο όμως είναι η νομική έκταση της απαίτησης και άλλο η οικονομική διαφάνεια ως προς τους όρους απόκτησής της. Η γνώση του πραγματικού τιμήματος και της οικονομικής αξίας που αποδόθηκε στην επιμέρους απαίτηση μπορεί να αποτελέσει ουσιώδες στοιχείο αξιολόγησης προτάσεων οριστικής διευθέτησης και διαμόρφωσης τεκμηριωμένων αντιπροτάσεων, ενώ, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, οικονομικά στοιχεία της μεταβίβασης ενδέχεται να συνδέονται με πραγματικούς ισχυρισμούς που τίθενται προς δικαστική εκτίμηση.
Η διαφοροποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα του άρθρου 115 παρ. 2 και 3 του ν. 5072/2023, το οποίο αναγνωρίζει στα προβλεπόμενα έντυπα δημοσίευσης πλήρη αποδεικτική ισχύ για την εξαιρετική νομιμοποίηση του διαχειριστή πιστώσεων, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση πρόσθετων εγγράφων για τον συγκεκριμένο σκοπό. Ο ίδιος νομοθέτης, συνεπώς, που θεσπίζει ειδική αποδεικτική διευκόλυνση υπέρ των διαχειριστών δεν κατοχυρώνει αντίστοιχο ειδικό δικαίωμα οικονομικής πληροφόρησης του δανειολήπτη. Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση αναδεικνύει την άνιση κατανομή των θεσμικών διευκολύνσεων και των πληροφοριακών δυνατοτήτων, η οποία δεν αντιμετωπίζεται με γενικές διαβεβαιώσεις περί μη χειροτέρευσης της δικονομικής θέσης του οφειλέτη.
Εξίσου ανεπαρκής είναι η επίκληση της προηγούμενης εξώδικης πρόσκλησης προς ρύθμιση κατά το άρθρο 21 παρ. 6 του ν. 5072/2023. Η υποχρέωση αυτή δεν έχει γενική και ανεξαίρετη εφαρμογή, καθώς αφορά δανειολήπτες με την ιδιότητα του καταναλωτή και προβλέπει εξαιρέσεις για επίδικες ή επιδικασθείσες απαιτήσεις και μη συνεργάσιμους οφειλέτες. Κυρίως, όμως, η υποβολή πρότασης διακανονισμού δεν ταυτίζεται με τη γνωστοποίηση της τιμής στην οποία πρόκειται να μεταβιβαστεί η ίδια απαίτηση. Οι δύο υποχρεώσεις εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και η πρώτη δεν μπορεί να προβάλλεται ως υποκατάστατο της δεύτερης.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τον προσανατολισμό των νομοθετικών παρεμβάσεων είναι η πρόσφατη θέσπιση, με το άρθρο 49 του ν. 5301/2026, του άρθρου 24Α του ν. 5072/2023, το οποίο προβλέπει Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Συναλλαγών Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων. Με τη ρύθμιση αυτή προβλέπεται η συγκέντρωση πληροφοριών για τις σχετικές συναλλαγές και η διευκόλυνση της πώλησης χαρτοφυλακίων, με πρόβλεψη παροχής συγκρίσιμων πληροφοριών για τις συναλλαγές και πρόσβασης των επενδυτών στα διαθέσιμα προς πώληση χαρτοφυλάκια.
Ανακύπτει, συνεπώς, ένα καίριο θεσμικό ερώτημα. Για ποιον λόγο η Πολιτεία μεριμνά για την οργανωμένη πληροφόρηση και τη διευκόλυνση των επενδυτών, χωρίς να κατοχυρώνει αντίστοιχο δικαίωμα του δανειολήπτη να πληροφορείται τους ουσιώδεις οικονομικούς όρους της μεταβίβασης που τον αφορά; Η διαφάνεια δεν μπορεί να εξαντλείται στη διευκόλυνση της δευτερογενούς αγοράς απαιτήσεων, παραμερίζοντας την οικονομική πληροφόρηση εκείνων των οποίων οι οφειλές αποτελούν το αντικείμενο των σχετικών συναλλαγών.
Υπό τα δεδομένα αυτά, επιβάλλεται η άμεση θέσπιση δεσμευτικού νομοθετικού πλαισίου που θα καθιστά υποχρεωτική τη γνωστοποίηση του πραγματικού τιμήματος εξαγοράς των μεταβιβαζόμενων χαρτοφυλακίων, καθώς και τον προσδιορισμό και τη γνωστοποίηση της οικονομικής αξίας που αναλογεί σε κάθε επιμέρους δανειακή απαίτηση, βάσει ενιαίας, αντικειμενικής και επαληθεύσιμης μεθόδου επιμερισμού.
Η απουσία αυτοτελώς συμφωνημένου τιμήματος ανά απαίτηση δεν πρέπει να αποτελεί λόγο απαλλαγής από τη σχετική υποχρέωση, αλλά να επιβάλλει τον προσδιορισμό της αναλογούσας αξίας βάσει ενιαίας, αντικειμενικής και επαληθεύσιμης μεθόδου επιμερισμού, με σαφή διάκριση της αξίας αυτής από το πράγματι καταβληθέν συμβατικό τίμημα. Η γνωστοποίηση πρέπει να περιλαμβάνει τις ουσιώδεις αναπροσαρμογές του τιμήματος και τα αναγκαία στοιχεία τεκμηρίωσης του υπολογισμού, με αντίστοιχη κατοχύρωση αυτοτελούς και δικαστικώς επιδιώξιμου δικαιώματος ενημέρωσης του δανειολήπτη, αποτελεσματικό εποπτικό έλεγχο και συγκεκριμένες κυρώσεις για την παράβαση της υποχρέωσης. Απαιτείται, επιπλέον, η υποχρεωτική δημοσιοποίηση συγκεντρωτικών στοιχείων για τις πραγματικές εισπράξεις, τις ανακτήσεις και τις καθαρές οικονομικές αποδόσεις των μεταβιβαζόμενων χαρτοφυλακίων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο ουσιαστικός έλεγχος των οικονομικών αποτελεσμάτων της δραστηριότητας των εταιρειών απόκτησης απαιτήσεων.
Η υπουργική απάντηση δεν εξετάζει την υιοθέτηση ενός τέτοιου πλαισίου, δεν αιτιολογεί την αναγκαιότητα διατήρησης της υφιστάμενης πληροφοριακής ανισότητας και δεν επικαλείται συγκεκριμένο νομικό ή τεχνικό κώλυμα που θα απέκλειε τη νομοθετική κατοχύρωση των ανωτέρω δικαιωμάτων. Το αντικειμενικό αποτέλεσμα της υφιστάμενης νομοθετικής επιλογής είναι η διατήρηση ενός καθεστώτος οικονομικής αδιαφάνειας προς όφελος των εταιρειών απόκτησης απαιτήσεων, οι οποίες μπορούν να αποκτούν και να διεκδικούν δανειακές απαιτήσεις χωρίς να υποχρεούνται, κατά κανόνα, να γνωστοποιούν στον αντίστοιχο οφειλέτη το πραγματικό οικονομικό αντάλλαγμα της απόκτησής τους.
Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρούμε αναγκαία την επαναφορά του ζητήματος στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, με αίτημα τη ρητή κυβερνητική τοποθέτηση επί της θέσπισης της συγκεκριμένης νομοθετικής υποχρέωσης. Σε περίπτωση άρνησης, πρέπει να απαιτηθεί ειδική και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση, με παράλληλη αποσαφήνιση των δυνατοτήτων αξιοποίησης της νέας Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Συναλλαγών Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων για την κατοχύρωση ουσιαστικής οικονομικής πληροφόρησης υπέρ των δανειοληπτών.
Η Πολιτεία δεν καλείται να αμφισβητήσει το δικαίωμα των εταιρειών απόκτησης απαιτήσεων να επιδιώκουν νόμιμη επιχειρηματική απόδοση. Καλείται να εξηγήσει γιατί η προστασία της λειτουργίας και των οικονομικών συμφερόντων της συγκεκριμένης αγοράς δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη θεσμική μέριμνα για τη διαφάνεια απέναντι στους ίδιους τους οφειλέτες.
Διότι, τελικώς, η Πολιτεία έχει μεριμνήσει ώστε να είναι γνωστό ποιος αποκτά και δικαιούται να διεκδικεί μια δανειακή απαίτηση, χωρίς να έχει κατοχυρώσει αντίστοιχη υποχρέωση αποκάλυψης του οικονομικού ανταλλάγματος που καταβλήθηκε για την απόκτησή της. Και όσο η αντίφαση αυτή παραμένει χωρίς ουσιαστική νομοθετική αντιμετώπιση, η επίκληση της διαφάνειας δεν αρκεί για να αναιρέσει την άνιση προστασία των οικονομικών συμφερόντων των εμπλεκομένων.

