του Ιωάννη Παπαϊωάννου, Νομικού Συμβούλου
του Συλλόγου Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Βορείου Ελλάδος

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ζητά από τους δανειολήπτες να χειροκροτήσουν την ενίσχυση εκείνων που διεκδικούν την περιουσία τους. Αυτή είναι η πολιτική ουσία των άρθρων 13, 23 και 27 του νομοσχεδίου που τέθηκε σε διαβούλευση τον Οκτώβριο του 2026. Ορισμένες χρήσιμες βελτιώσεις στην ενημέρωση και στη συμπεριφορά των διαχειριστών προβάλλονται ως μεγάλη προστατευτική τομή. Την ίδια στιγμή, η σύμβαση ρύθμισης μετατρέπεται σε εκτελεστό τίτλο υπέρ του πιστωτή και η αθέτησή της κλείνει την πρόσβαση σε νέα εξωδικαστική ρύθμιση για τα ίδια ποσά. Το πολιτικό ισοζύγιο είναι προκλητικό. Οι δανειολήπτες αποκτούν ενισχυμένες εγγυήσεις για αυτονόητες υποχρεώσεις των εταιρειών. Τα funds αποκτούν ισχυρότερο μέσο για να εισπράξουν και λιγότερα περιθώρια διαφυγής του οφειλέτη από την πίεσή τους.

Οι θετικές πλευρές δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως συγχωροχάρτι για αυτή την παραχώρηση. Το αν μια εταιρεία θα υποχρεωθεί να δώσει εμπρόθεσμα την καρτέλα ενός δανείου και το αν θα αποκτήσει, με την υπογραφή του δανειολήπτη, τίτλο για αναγκαστική εκτέλεση είναι μεγέθη εντελώς διαφορετικής βαρύτητας. Η κυβέρνηση τα τοποθετεί στην ίδια επικοινωνιακή συσκευασία, ώστε η στοιχειώδης συμμόρφωση των διαχειριστών να επισκιάσει το ουσιαστικό κέρδος των πιστωτών. Εκεί βρίσκεται το προπέτασμα καπνού. Στην προβολή του περιορισμένου οφέλους, ενώ η μεγάλη μεταβολή στην ισορροπία ισχύος περνά στο παρασκήνιο.

Το άρθρο 13 είναι χαρακτηριστικό. Προσθέτει στον ν. 5072/2023 το άρθρο 37Α για τη διαφάνεια της απαίτησης και την αναστολή της τοκοφορίας. Η παρ. 1 υποχρεώνει τους διαχειριστές, κατόπιν αιτήματος του δανειολήπτη ή του εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου του, να χορηγούν δωρεάν, μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες, τις συμβάσεις και τις πρόσθετες πράξεις τους, το ιστορικό πληρωμών, τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου και την αναλυτική εικόνα της οφειλής. Το κεφάλαιο, οι συμβατικοί τόκοι, οι τόκοι υπερημερίας και οι λοιπές επιβαρύνσεις πρέπει να εμφανίζονται διακριτά. Κατά τις παρ. 3 και 4, αν δεν χορηγηθούν όλα τα ζητούμενα στοιχεία εμπρόθεσμα, η απαίτηση παύει να παράγει συμβατικούς τόκους και τόκους υπερημερίας μέχρι την πλήρη και προσήκουσα χορήγησή τους. Η συγκεκριμένη προθεσμία και η οικονομική συνέπεια φέρονται να ενισχύουν τη θέση του δανειολήπτη. Η κυβέρνηση όμως οφείλει να απαντήσει για ποιο λόγο παρουσιάζει την εκπλήρωση μιας στοιχειώδους υποχρέωσης ως ιστορική παραχώρηση προς τους πολίτες.

Η ίδια προτεινόμενη διάταξη επιτρέπει, στην παρ. 2, να θεωρείται εκπληρωμένη η υποχρέωση με ενημέρωση ότι τα πλήρη στοιχεία είναι διαθέσιμα στο σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης. Η επανέναρξη της τοκοφορίας συνδέεται με επιστολή χορήγησης των στοιχείων υπογεγραμμένη από πιστωτή και οφειλέτη, ενώ διατηρούνται ρητά οι αξιώσεις αποζημίωσης και επιστροφής αχρεώστητων καταβολών. Οι παρ. 7 και 8, όμως, περιορίζουν την επανάληψη αιτημάτων και, για τα ίδια στοιχεία που έχουν ήδη χορηγηθεί εκτός συστήματος, απαιτούν την παρέλευση έξι μηνών. Η πλήρης πληροφόρηση πρέπει επομένως να ελέγχεται στην πράξη. Μια παραπομπή στην πλατφόρμα δεν αρκεί όταν λείπουν συμβάσεις, καταβολές ή η ανάλυση των επιβαρύνσεων.

Η υποχρέωση ενημέρωσης δεν γεννιέται με τον κ. Πιερρακάκη. Η καλή πίστη, η διαφάνεια και η υποχρέωση εξήγησης μιας απαίτησης στηρίζονται ήδη στον Αστικό Κώδικα και στο πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των διαχειριστών και την προστασία του δανειολήπτη. Η νέα διάταξη εξειδικεύει την υποχρέωση και προσθέτει συγκεκριμένη κύρωση. Δεν ανακαλύπτει το δικαίωμα ενός ανθρώπου να γνωρίζει γιατί του ζητούν χρήματα. Όποιος απαιτεί πληρωμή και απειλεί με απώλεια περιουσίας οφείλει να μπορεί να εξηγήσει τον λογαριασμό του. Αυτό δεν είναι κοινωνική ευαισθησία του υπουργού. Είναι το ελάχιστο που απαιτεί μια έννομη σχέση.

Αν χρειάζεται σήμερα νέα νομοθετική πίεση για να δίνονται τα στοιχειώδη έγγραφα, προκύπτει ένα ενοχλητικό ερώτημα για την ίδια την κυβέρνηση. Τι έκανε μέχρι τώρα η εποπτεία που η ίδια διαφημίζει; Γιατί ο πολίτης πρέπει να θεωρεί επιτυχία ότι θα λάβει, έπειτα από αίτημα και αναμονή, τα στοιχεία πάνω στα οποία στηρίζεται η διεκδίκηση της περιουσίας του; Ο Πιερρακάκης εμφανίζει ως απόδειξη προστασίας μια παρέμβαση που αναδεικνύει πόσο ανεπαρκής υπήρξε η μέχρι σήμερα επιβολή αυτών των υποχρεώσεων.

Υπάρχει και το όριο της συγκεκριμένης ενημέρωσης. Το άρθρο 13 δεν κατοχυρώνει γνωστοποίηση του πραγματικού τιμήματος αγοράς της απαίτησης. Ο δανειολήπτης καλείται να εκθέσει τα εισοδήματα και την περιουσία του, ενώ δεν αποκτά αντίστοιχη πρόσβαση στους οικονομικούς όρους με τους οποίους η απαίτηση πέρασε στον σημερινό δικαιούχο της. Η γνώση του τιμήματος δεν συνεπάγεται αυτόματη μείωση του χρέους. Επιτρέπει όμως ουσιαστικότερη διαπραγμάτευση και έλεγχο των ισχυρισμών περί οικονομικής αδυναμίας των πιστωτών να δεχθούν μια πρόταση. Η διαφάνεια που σταματά πριν από την οικονομική θέση της ισχυρής πλευράς παραμένει βαθιά άνιση.

Η ευθύνη του Κωστή Χατζηδάκη για αυτή την κατεύθυνση έχει συγκεκριμένη υπογραφή. Η παλαιότερη υπουργική απόφαση 20783/2020 για τις τιτλοποιήσεις προέβλεπε στο δημοσιευόμενο έντυπο το ποσό ή τον τρόπο υπολογισμού του τιμήματος. Η κατάργησή της προβλέφθηκε με τον νόμο 5123/2024, τον οποίο συνυπέγραφε και ο ίδιος. Στο διαφορετικό πλαίσιο των μεταβιβάσεων δανείων, ο Χατζηδάκης είχε ήδη υπογράψει, στις 6 Φεβρουαρίου 2024, την απόφαση 19169 ΕΞ 2024. Εκεί επέλεξε, με υποσημείωση στο έντυπο δημοσίευσης, να ορίζεται ότι για τον τρόπο υπολογισμού του τιμήματος «αρκεί η παραπομπή στους σχετικούς συμβατικούς όρους της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης». Η ίδια απόφαση επιτρέπει να συνυποβάλλεται περίληψη αντί ολόκληρης της σύμβασης. Η ουσιαστική αποκάλυψη των οικονομικών όρων δεν εξασφαλίζεται, ενώ η τυπική διαδικασία δημοσιότητας μπορεί να ολοκληρωθεί.

Με αυτή την επιλογή ο Χατζηδάκης επέτρεψε η πληροφορία που αναζητεί ο δανειολήπτης να αντικαθίσταται από παραπομπή στην ιδιωτική συμφωνία μεταβιβάζοντος και αποκτώντος. Το δημόσιο έντυπο μπορεί να τον στέλνει σε συμβατικούς όρους χωρίς να τους αποκαλύπτει. Ποια διαφάνεια υπηρετεί αυτή η διευκόλυνση; Ποιον ωφελεί να ολοκληρώνεται η δημοσιότητα της μεταβίβασης χωρίς να προκύπτει από το ίδιο το έντυπο ούτε το τίμημα ούτε ένας αυτοτελώς ελέγξιμος τρόπος υπολογισμού του; Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να λογοδοτήσει για την επιλογή να προτάξει την ευκολία των συναλλασσομένων εταιρειών έναντι της ουσιαστικής πληροφόρησης του ανθρώπου που καλείται να πληρώσει. Η αδιαφάνεια που επιτρέπει μια υπουργική υποσημείωση παραμένει πολιτική επιλογή του υπουργού που την υπέγραψε.

Απέναντι σε αυτές τις περιορισμένες βελτιώσεις βρίσκεται το άρθρο 23, με το οποίο προστίθεται στον ίδιο ν. 5072/2023 το άρθρο 63Ε για την υπογραφή της σύμβασης ρύθμισης. Εδώ η κυβέρνηση γίνεται αποφασιστική. Η παρ. 3 προσδίδει στην ιδιωτική σύμβαση διμερούς ρύθμισης ισχύ εκτελεστού τίτλου για το σύνολο των απαιτήσεων που αναφέρει. Ο πιστωτής, όταν συντρέξουν οι προϋποθέσεις εκτέλεσης, θα μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν για να κινηθεί κατά της περιουσίας του οφειλέτη, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως νέα δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής. Η παρ. 4 επεκτείνει την ισχύ αυτή στους εγγυητές, συνοφειλέτες και ασφαλειοδότες που συμβάλλονται στη ρύθμιση. Η ίδια παράγραφος επιτρέπει να στηριχθούν στη σύμβαση συντηρητική κατάσχεση και προσημείωση υποθήκης. Για μη συμβληθέντα τρίτα πρόσωπα, έναντι των οποίων εκτείνεται η εκτελεστότητα, προβλέπει ειδική προθεσμία είκοσι εργάσιμων ημερών από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση για ανακοπή ως προς τη δική τους υποχρέωση.

Το μέγεθος της εξυπηρέτησης πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Ο δανειολήπτης προσέρχεται για να κερδίσει χρόνο, να μειώσει μια δόση, να αποφύγει τον πλειστηριασμό. Με την ίδια υπογραφή παρέχει στον πιστωτή ένα πρόσθετο μέσο επιβολής της απαίτησης. Η ανάγκη του να σωθεί γίνεται ευκαιρία ενίσχυσης εκείνου που τον πιέζει. Ο υπουργός γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε μια συμφωνία αποπληρωμής και σε μια συμφωνία που επιτρέπει αναγκαστική εκτέλεση. Επιλέγει να αποδώσει τη δεύτερη ισχύ σε ένα κείμενο που υπογράφεται μέσα σε συνθήκες έντονης οικονομικής ανισότητας.

Η επιλογή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν η απαίτηση είναι αμφισβητούμενη. Παλαιά δάνεια, διαδοχικές μεταβιβάσεις, ανεξήγητες χρεώσεις, καταβολές που δεν έχουν αποτυπωθεί σωστά, ελλιπή στοιχεία για το υπόλοιπο ή για τον δικαιούχο δεν εξαφανίζονται επειδή προτάθηκε μια μικρότερη μηνιαία δόση. Ο πιστωτής που δεν διαθέτει ήδη εκτελεστό τίτλο θα έπρεπε να περάσει από τη διαδικασία απόκτησής του και να στηρίξει την απαίτησή του. Με τη νέα δυνατότητα αποκτά διαφορετική διαδρομή, μέσα από τη σύμβαση που δέχεται να υπογράψει ο πιεζόμενος οφειλέτης.

Ο οφειλέτης που αποδέχεται με τη ρύθμιση συγκεκριμένο υπόλοιπο και αναλαμβάνει την αποπληρωμή του αναγνωρίζει την οφειλή. Η αναγνώριση αυτή έχει δικές της δεσμευτικές συνέπειες και, ανάλογα με τους όρους της συμφωνίας, μπορεί να θεμελιώνει αυτοτελή υποχρέωση. Πάνω σε αυτή τη δέσμευση το άρθρο 23 προσθέτει την εκτελεστική ισχύ της ίδιας σύμβασης. Ο πιστωτής αποκτά την αναγνώριση του χρέους από τον ίδιο τον οφειλέτη και συγχρόνως τίτλο για να επιδιώξει αναγκαστικά την είσπραξή του. Η ανάγκη μιας οικογένειας να αποφύγει τον πλειστηριασμό αξιοποιείται έτσι για να ενισχυθεί αποφασιστικά η θέση του πιστωτή. Ο δανειολήπτης που προσέρχεται για να σώσει την περιουσία του υπογράφει το έγγραφο που μπορεί κατόπιν να χρησιμοποιηθεί για την αναγκαστική εκποίησή της. Αυτή τη διπλή ενίσχυση των πιστωτών οργανώνει ο νομοθέτης και την υπογράφει πολιτικά ο Πιερρακάκης.

Εδώ συνεχίζεται η ίδια μέθοδος που έχει αναδειχθεί και στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Η συζήτηση περιορίζεται στη δόση, στη διάρκεια και στην ευκολία της πλατφόρμας. Στο περιθώριο μένει τι ακριβώς αναγνωρίζει ο οφειλέτης όταν αποδέχεται το συγκεκριμένο υπόλοιπο, ποιες χρεώσεις περιλαμβάνονται σε αυτό και ποιες πρόσθετες δεσμεύσεις ή παραιτήσεις ενσωματώνονται στη σύμβαση. Μια απαίτηση με σοβαρές αποδεικτικές αδυναμίες μπορεί να ενισχυθεί από την αναγνώριση εκείνου που φοβάται ότι θα χάσει το σπίτι του. Η βελτίωση της θέσης του πιστωτή προκύπτει τότε από την ίδια την πράξη με την οποία ο δανειολήπτης επιδιώκει να προστατευθεί.

Ο αλγόριθμος δεν δικάζει την απαίτηση. Δεν πιστοποιεί ότι κάθε τόκος είναι νόμιμος, ότι κάθε καταβολή υπολογίστηκε σωστά ή ότι κάθε αμφισβήτηση του οφειλέτη είναι αβάσιμη. Και η ηλεκτρονική αποδοχή δεν αποδεικνύει ότι ο πολίτης είχε πραγματική δυνατότητα να ελέγξει όλες αυτές τις συνέπειες. Η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται πολιτικά την εικόνα της γρήγορης διαδικασίας και αφήνει στο σκοτάδι το τίμημα που μπορεί να έχει η υπογραφή. Η τεχνολογική ευκολία γίνεται επιχείρημα για να μη συζητηθεί η ανισότητα που ενσωματώνεται στη συμφωνία.

Η ευθύνη του υπουργού είναι συγκεκριμένη. Ενώ αναγνωρίζει ότι οι διαχειριστές χρειάζονται αυστηρότερη πίεση για να δίνουν πληροφορίες, τους προσφέρει ταυτόχρονα ισχυρότερο μέσο εκτέλεσης. Παραδέχεται με την παρέμβασή του το πρόβλημα ενημέρωσης και ενισχύει τις συνέπειες μιας υπογραφής που προϋποθέτει πλήρη ενημέρωση. Αυτή η αντίφαση βρίσκεται μέσα στα ίδια τα προτεινόμενα μέτρα. Και αρκεί για να καταρρεύσει η προσπάθεια να παρουσιαστούν ως ισόρροπη ενίσχυση των δύο πλευρών.

Το άρθρο 27 ολοκληρώνει αυτή την κατεύθυνση, προσθέτοντας στον ν. 5072/2023 το άρθρο 63Θ. Η παρ. 1 επιβάλλει καλή πίστη και συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών του πιστωτή από την υποβολή πλήρους αίτησης και κατά τη διαπραγμάτευση. Η παρ. 2 απαγορεύει, στο προβλεπόμενο αυτό διάστημα, την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στην κύρια κατοικία, καθώς και την εγγραφή υποθήκης ή την τροπή προσημείωσης σε υποθήκη. Διατηρεί όμως τη δυνατότητα αναγγελίας του πιστωτή σε πλειστηριασμό τρίτου και τις ήδη υφιστάμενες εμπράγματες ασφάλειες. Η παρ. 3 ορίζει ότι, μετά την αθέτηση της διμερούς ρύθμισης, αίρεται ο συγκεκριμένος περιορισμός και μπορεί να γίνει τροπή προσημείωσης σε υποθήκη. Στο τελευταίο της εδάφιο αποκλείει την εκ νέου ρύθμιση των ίδιων ποσών με νέα αίτηση στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Η απαγόρευση αφορά την αθέτηση της συμφωνίας. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο σκληρή.

Η κυβέρνηση κλείνει τη δυνατότητα νέας εξωδικαστικής ρύθμισης τη στιγμή που ο άνθρωπος απέδειξε ότι δεν μπόρεσε να αντέξει την προηγούμενη. Δεν προβλέπει μέσα στη συγκεκριμένη απαγόρευση ρητή εξαίρεση για απώλεια εργασίας, βαριά ασθένεια ή άλλη ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών. Δεν διακρίνει εκείνον που εξαπατά από εκείνον που εξαντλήθηκε. Η αποτυχία μιας συμφωνίας μετατρέπεται σε λόγο αποκλεισμού από νέα προσπάθεια για τις ίδιες οφειλές. Πρόκειται για τιμωρητική πολιτική απέναντι στην αδυναμία πληρωμής.

Ποιο συμφέρον εξυπηρετεί αυτός ο αποκλεισμός; Ο πιστωτής διαθέτει ήδη την ενισχυμένη σύμβαση για να επιδιώξει είσπραξη. Γιατί πρέπει επιπλέον να αποκλειστεί η επανεξέταση μιας βιώσιμης λύσης μέσα στον μηχανισμό που η ίδια η κυβέρνηση προβάλλει ως βασικό εργαλείο αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους; Αν η ανησυχία αφορά προσχηματικές αιτήσεις, μπορούν να τεθούν κριτήρια ουσιαστικής μεταβολής της οικονομικής κατάστασης. Η ανεξαίρετη απαγόρευση για τα ίδια ρυθμισμένα ποσά απαλλάσσει τους πιστωτές από αυτή την επανεξέταση και εντείνει την πίεση στον οφειλέτη.

Το μήνυμα προς τον δανειολήπτη γίνεται ασφυκτικό. Υπέγραψε τη ρύθμιση με την οποία ο πιστωτής αποκτά εκτελεστό τίτλο και φρόντισε να την αντέξεις, ακόμη κι αν η ζωή σου ανατραπεί. Διαφορετικά, για τα ίδια ποσά η νέα εξωδικαστική προσπάθεια αποκλείεται. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως ευκαιρία μια συμφωνία της οποίας την αποτυχία συνοδεύει με πρόσθετη στέρηση δυνατότητας ρύθμισης. Ο Πιερρακάκης οφείλει να εξηγήσει γιατί χρειάζεται αυτό το δεύτερο πλήγμα στον ήδη αδύναμο οφειλέτη.

Οι τρεις διατάξεις αποκαλύπτουν έτσι μια απολύτως συγκεκριμένη πολιτική μέθοδο. Η υποχρέωση των διαχειριστών να ενημερώνουν και να συμπεριφέρονται καλόπιστα προβάλλεται ως μεγάλη κυβερνητική προσφορά. Η σύμβαση που υπογράφει ο δανειολήπτης ενισχύει τη δυνατότητα αναγκαστικής είσπραξης. Η αθέτησή της περιορίζει την πρόσβασή του σε νέα εξωδικαστική λύση. Οι ευνοϊκές προβλέψεις γίνονται το επικοινωνιακό άλλοθι της δυσανάλογης ενίσχυσης των funds. Η κυβέρνηση οφείλει να κριθεί για το συνολικό αποτέλεσμα αυτών των επιλογών και δεν δικαιούται να κρύβεται πίσω από την προθεσμία απάντησης ενός διαχειριστή.

Υπάρχουν, επιπλέον, οι άνθρωποι που έχουν ήδη χάσει την κατοικία τους. Γι’ αυτούς οι τρεις επίμαχες διατάξεις δεν δημιουργούν δικαίωμα επαναγοράς, προτεραιότητα στην απόκτηση του σπιτιού τους ή δεσμευτική διαδικασία εξέτασης μιας χρηματοδοτημένης πρότασης επιστροφής στην ιδιοκτησία τους. Η οικογένεια που προσπαθεί, με τη βοήθεια συγγενών ή με νέα οικονομική δυνατότητα, να ξαναγοράσει το σπίτι της δεν αποκτά εδώ κανένα τέτοιο εργαλείο. Παραμένει εξαρτημένη από τη βούληση εκείνου που το απέκτησε.

Αυτό είναι ένα από τα πιο ωμά μέτρα σύγκρισης της κυβερνητικής πολιτικής. Για την απόκτηση και την επιβολή απαιτήσεων υπάρχουν λεπτομερείς μηχανισμοί, οι οποίοι διαρκώς ενισχύονται. Για την οικογένεια που επιδιώκει να επιστρέψει στο σπίτι της με εύλογο τίμημα, η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν οργανώνει αντίστοιχο δικαίωμα. Ούτε υποχρεωτική αξιολόγηση της πρότασής της με σαφή κριτήρια. Η απώλεια της κατοικίας αντιμετωπίζεται ως ολοκλήρωση μιας συναλλαγής, ενώ οι κοινωνικές συνέπειες αφήνονται στον ίδιο τον άνθρωπο που την υπέστη.

Η κοινωνική αδικία γίνεται βαρύτερη όταν θυμηθούμε πώς αντιμετωπίστηκε η οικονομική κρίση. Η διάσωση και η σταθερότητα των τραπεζών αναγνωρίστηκαν ως συστημική ανάγκη. Η απώλεια εισοδήματος των νοικοκυριών αντιμετωπίζεται επίμονα ως ατομικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί με μια υπογραφή και μια δόση. Άνθρωποι που βρέθηκαν μέσα στην ίδια κρίση καλούνται να σηκώσουν μόνοι τους το βάρος της, ενώ η πολιτεία συνεχίζει να αναδιοργανώνει τους μηχανισμούς είσπραξης. Το γεγονός ότι μια απαίτηση μεταβιβάστηκε και έφυγε από τον ισολογισμό μιας τράπεζας δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε το κοινωνικό κόστος της.

Ο επενδυτής που αποκτά μια απαίτηση αναλαμβάνει και τους κινδύνους της. Οι αποδεικτικές δυσχέρειες, οι αμφισβητήσεις και η πραγματική δυνατότητα πληρωμής του οφειλέτη αποτελούν μέρος αυτού που αγοράζει. Η πολιτεία δεν έχει αποστολή να μειώνει διαρκώς αυτά τα εμπόδια εις βάρος της άμυνας των πολιτών. Όταν η ανάγκη διάσωσης μιας κατοικίας χρησιμοποιείται για να εξασφαλιστεί ισχυρότερη δέσμευση του οφειλέτη, το κόστος της επενδυτικής αβεβαιότητας μεταφέρεται προς τον πιο αδύναμο. Αυτή η κατεύθυνση έχει σαφές κοινωνικό και πολιτικό πρόσημο.

Η ίδια πολιτική αντίληψη αποκαλύπτεται και στον τρόπο με τον οποίο ο Πιερρακάκης αντιμετώπισε την απόφαση 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό των τόκων επί της μηνιαίας δόσης στις δικαστικές ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας δήλωσε «Δεν είναι καθαρή απόφαση. Τουλάχιστον επιδέχεται πολλών αναγνώσεων». Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Όμηρος Τσάπαλος, μιλώντας στην ΕΡΤ στις 12 Ιουνίου, αναγνώριζε ότι η απόφαση είναι σαφής στον πυρήνα της και δικαιώνει τους δανειολήπτες, ενώ έθετε ζήτημα δημοσιονομικών προεκτάσεων. Ο ίδιος ο Πιερρακάκης, στην επίσημα δημοσιευμένη συνέντευξή του στις 25 Ιουνίου 2026, επικαλέστηκε την περιπλοκότητα της απόφασης και δήλωσε «Εφαρμογή είναι εφεξής». Επικαλέστηκε μάλιστα την απουσία της λέξης αναδρομικότητα για να εμφανίσει τον επανυπολογισμό προηγούμενων καταβολών ως πρόσθετη κυβερνητική παροχή. Η ερμηνεία ενός ήδη ισχύοντος κανόνα δεν μετατρέπεται σε υπουργική γενναιοδωρία επειδή επηρεάζει προηγούμενες χρεώσεις. Η απουσία μιας λέξης δεν αρκεί για να εξαφανίσει τις αξιώσεις αποκατάστασης που στηρίζονται σε εσφαλμένο υπολογισμό. Το Υπουργείο αναγνώριζε τη δικαίωση των δανειοληπτών πριν νομοθετήσει τους περιορισμούς στην αποκατάστασή τους. Ο Πιερρακάκης οφείλει να λογοδοτήσει γι’ αυτή την επιλογή, αντί να ζητά πολιτική ευγνωμοσύνη.

Το νομοθετικό αποτέλεσμα δείχνει ποιος επωμίζεται τον περιορισμό. Στις ενεργές ρυθμίσεις που καλύπτονται, οι υπερκαταβολές λογίζονται ως αποπληρωμή κεφαλαίου και μειώνουν το υπόλοιπο, αλλά αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις, περιορίζοντας τον αριθμό τους. Η διάρκεια συντομεύεται, χωρίς ο δανειολήπτης να αποκτά επιλογή άμεσης επιστροφής των χρημάτων του ή απαλλαγής από τις αμέσως επόμενες δόσεις λόγω αυτών των υπερκαταβολών. Για τις ρυθμίσεις που είχαν ήδη περατωθεί κατά την έναρξη ισχύος, καθώς και για εκείνες στις οποίες είχαν πληρωθεί οι προϋποθέσεις έκπτωσης, ο νόμος ορίζει ότι τα ποσά που είχαν καταβληθεί με άλλες μεθόδους τοκισμού «δεν αναζητούνται». Η κυβέρνηση μπορούσε να οργανώσει την αποκατάσταση. Επέλεξε να καθορίσει ποιοι θα μείνουν εκτός και να μεταφέρει την ελάφρυνση από τις υπερκαταβολές στο τέλος των καλυπτόμενων ρυθμίσεων. Η ολοκλήρωση της αποπληρωμής γίνεται κριτήριο αποκλεισμού από την επιστροφή. Έτσι προστατεύεται νομοθετικά η διατήρηση ποσών από εκείνους που τα εισέπραξαν, ενώ ο υπουργός παρουσιάζει την παρέμβαση ως δικαίωση των δανειοληπτών. Αυτός ο αποκλεισμός χρειάζεται κατάργηση, όχι επικοινωνιακό εξωραϊσμό.

Από τον Κωστή Χατζηδάκη στον Κυριάκο Πιερρακάκη, η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να λογοδοτήσει για το αποτέλεσμα της πολιτικής της στο ιδιωτικό χρέος. Ο σημερινός υπουργός φέρει ακέραιη την ευθύνη των συγκεκριμένων προτεινόμενων παραχωρήσεων. Δεν τον απαλλάσσει ότι παρέλαβε ένα ήδη άνισο σύστημα. Το ενισχύει προς την ίδια κατεύθυνση και ζητά να πιστωθεί κοινωνική ευαισθησία για τη βελτίωση ορισμένων υποχρεώσεων ενημέρωσης. Η αντίφαση είναι προκλητική και η πολιτική ευθύνη προσωπική, συγκεκριμένη και αναπόφευκτη.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορεί να ζητά να ξεχαστεί και η υπόθεση Ανδρέα Πάτση. Στις 25 Οκτωβρίου 2022 ο τότε βουλευτής Γρεβενών διεγράφη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, μετά τις καταγγελίες για επιχειρηματική δραστηριότητα στην εξαγορά κόκκινων δανείων. Το ίδιο το Γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού ανακοίνωσε ότι οι εξηγήσεις του για επαγγελματικές δραστηριότητες που δεν συνάδουν με τη βουλευτική ιδιότητα και τις αρχές του κόμματος δεν κρίθηκαν επαρκείς. Η πολιτική υποχρέωση που γεννά αυτό το προηγούμενο παραμένει. Ουσιαστικός έλεγχος των συγκρούσεων συμφερόντων, γνώση των πραγματικών δικαιούχων και διαφάνεια στους όρους των μεταβιβάσεων. Η διαγραφή ενός βουλευτή δεν αποτελεί πιστοποιητικό επάρκειας της εποπτείας ολόκληρης της αγοράς. Και ασφαλώς δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγεί γιατί διευρύνει τις δυνατότητες των πιστωτών χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της πληροφόρησης και της άμυνας των δανειοληπτών.

Ο Πιερρακάκης πρέπει να απαντήσει ποια ακριβώς δημόσια υποχρέωση θεωρεί ότι εκπληρώνει με τόση νομοθετική προθυμία υπέρ των funds. Γιατί η διευκόλυνση της είσπραξης αποκτά μεγαλύτερο βάρος από την πλήρη ενημέρωση, την αποκατάσταση των υπερκαταβολών και τη διατήρηση της κατοικίας; Από πότε οι προσδοκώμενες εισπράξεις των επενδυτών αποτελούν μέτρο των δικαιωμάτων των πολιτών; Η θεσμική υποχρέωση ενός υπουργού είναι απέναντι στην κοινωνία και στην εφαρμογή του δικαίου. Κάθε πρόσθετο προνόμιο προς τους πιστωτές χρειάζεται δημόσια αιτιολόγηση. Η γενική επίκληση της προστασίας των δανειοληπτών δεν αρκεί όταν οι συγκεκριμένες επιλογές ενισχύουν εκείνους που στρέφονται εναντίον τους.

Το ίδιο ισχύει για τη Βουλή. Οι έντεκα βουλευτές που με την ερώτηση 6824 της 17ης Σεπτεμβρίου 2024 έθεσαν το ζήτημα της απροστάτευτης περιουσίας δανειοληπτών και εγγυητών έχουν ιδιαίτερο λόγο να τοποθετηθούν. Η τότε παρέμβασή τους δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια κοινοβουλευτική ερώτηση που θα επικαλούνται ως απόδειξη ενδιαφέροντος. Τώρα υπάρχει συγκεκριμένο περιεχόμενο προς κρίση. Οφείλουν να εξηγήσουν αν θεωρούν αποδεκτό να ενισχύεται η εκτελεστική δύναμη των πιστωτών και να αποκλείεται νέα εξωδικαστική προσπάθεια μετά την αποτυχία μιας διμερούς ρύθμισης.

Οι υπογράφοντες εκείνης της ερώτησης είχαν καταγράψει καθυστερήσεις στην εξέταση αιτημάτων, ελλιπή ενημέρωση για τις οφειλές και έλλειψη συνεννόησης των εταιρικών υπηρεσιών ακόμη και όταν υπήρχαν δικαστικές αποφάσεις υπέρ δανειοληπτών. Δεν μπορούν σήμερα να αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα ως λυμένα επειδή προτείνεται μια προθεσμία χορήγησης εγγράφων. Οφείλουν να ζητήσουν δημόσια την αφαίρεση της εκτελεστότητας από το προτεινόμενο άρθρο 63Ε και τη διαγραφή του αποκλεισμού από νέα εξωδικαστική ρύθμιση στο άρθρο 63Θ. Να απαιτήσουν πλήρη οικονομική διαφάνεια και ουσιαστική πρόβλεψη για εκείνους που έχασαν την κατοικία τους. Η συνέχεια της παρέμβασής τους θα κριθεί από συγκεκριμένες θέσεις και πράξεις. Αν αποδεχθούν τις επίμαχες παραχωρήσεις, θα πρέπει να εξηγήσουν στους ίδιους ανθρώπους που δήλωναν ότι υπερασπίζονται γιατί ανέχθηκαν την περαιτέρω ενίσχυση εκείνων που τους πιέζουν.

Κάθε βουλευτής πρέπει να απαιτήσει την απόσυρση της παραχώρησης εκτελεστότητας του άρθρου 23 και την άρση του αποκλεισμού του άρθρου 27. Η ενημέρωση και οι κυρώσεις του άρθρου 13 πρέπει να εφαρμοστούν ως αυτοτελής υποχρέωση των διαχειριστών, χωρίς να χρησιμοποιούνται ως αντάλλαγμα για πρόσθετα προνόμια των πιστωτών. Η υπογραφή μιας ρύθμισης πρέπει να συνοδεύεται από πραγματική γνώση της απαίτησης και να μην αξιοποιείται για να εξασθενήσει η δυνατότητα αμφισβήτησής της. Χρειάζεται επίσης συγκεκριμένη μέριμνα για την επαναγορά κατοικίας από εκείνους που την έχασαν, αντί για τη διαρκή εγκατάλειψή τους στην ιδιωτική διαπραγματευτική ανισότητα.

Ο Πιερρακάκης δεν δικαιούται να ονομάζει προστασία των δανειοληπτών ένα νομοθετικό πακέτο που προσφέρει τόσο μεγαλύτερο πλεονέκτημα στους πιστωτές. Η υποχρέωση να απαντούν οι εταιρείες δεν εξαγοράζει το δικαίωμα να ενισχύονται εις βάρος όσων ζητούν μια βιώσιμη λύση. Οι βουλευτές που θα αποδεχθούν αυτή την ανταλλαγή θα αναλάβουν και την ευθύνη της. Οι δανειολήπτες δεν οφείλουν ευγνωμοσύνη για τα αυτονόητα, ούτε συναίνεση στην υποβάθμιση της θέσης τους. Οι συγκεκριμένες παραχωρήσεις στα funds πρέπει να σταματήσουν στη Βουλή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *