του Ιωάννη Παπαϊωάννου, Νομικού Συμβούλου
του Συλλόγου Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Βορείου Ελλάδος
Η προστασία των δανειοληπτών κρίνεται από τις συνέπειες που έχει μια νομοθετική παρέμβαση στην περιουσία, στην κατοικία και στη δυνατότητα άμυνάς τους. Με αυτό το κριτήριο πρέπει να εξεταστούν τα άρθρα 13, 23 και 27 του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που τέθηκε σε διαβούλευση τον Οκτώβριο του 2026. Οι διατάξεις προσθέτουν αντιστοίχως τα άρθρα 37Α, 63Ε και 63Θ στον ν. 5072/2023. Περιλαμβάνουν δήθεν χρήσιμες εγγυήσεις ενημέρωσης και συμπεριφοράς των πιστωτών. Ταυτόχρονα, όμως, και αυτή είναι τελικά η ουσία των αλλαγών που επιχειρούνται, προσδίδουν εκτελεστική ισχύ στην ιδιωτική σύμβαση διμερούς ρύθμισης και αποκλείουν νέα εξωδικαστική ρύθμιση των ίδιων ποσών μετά την αθέτησή της. Η βαρύτητα αυτών των μεταβολών υπερβαίνει κατά πολύ τις βελτιώσεις που προβάλλονται ως προστασία των οφειλετών.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης και η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλουν να απαντήσουν επί αυτής της ανισορροπίας. Η αναγνώριση μιας φερόμενης ως θετικής πρόβλεψης δεν συνεπάγεται αποδοχή του συνόλου. Η υποχρέωση μιας εταιρείας να παραδίδει τα έγγραφα της απαίτησης και η εξουσία του πιστωτή να κινεί αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη σύμβαση που υπέγραψε ο οφειλέτης έχουν εντελώς διαφορετικό βάρος. Δεν αλληλοεξουδετερώνονται. Μια πολιτική που επικαλείται την προστασία της κατοικίας χρειάζεται να εξηγήσει γιατί ενισχύει τόσο αποφασιστικά το μέσο με το οποίο μπορεί να επιδιωχθεί η απώλειά της.
Το άρθρο 13, με το προτεινόμενο άρθρο 37Α, θεσπίζει συγκεκριμένη υποχρέωση διαφάνειας ως προς την απαίτηση. Η παρ. 1 προβλέπει δωρεάν χορήγηση, εντός σαράντα πέντε ημερών από το αίτημα του δανειολήπτη ή του εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου του, των συμβάσεων και των πρόσθετων πράξεων, του ιστορικού καταβολών, του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου και αναλυτικής κατάστασης της οφειλής. Το κεφάλαιο πρέπει να διακρίνεται από τους τόκους, τις προμήθειες, τα έξοδα και τις άλλες επιβαρύνσεις. Κατά τις παρ. 3 και 4, η μη πλήρης και εμπρόθεσμη χορήγηση των ζητούμενων στοιχείων συνεπάγεται παύση παραγωγής συμβατικών τόκων και τόκων υπερημερίας μέχρι την προσήκουσα ανταπόκριση.
Πρόκειται για ουσιαστική εξειδίκευση της υποχρέωσης ενημέρωσης, με συγκεκριμένη οικονομική συνέπεια. Η υποχρέωση αυτή, όμως, δεν γεννιέται σήμερα. Η καλή πίστη, η διαφάνεια και οι κανόνες λειτουργίας των διαχειριστών ήδη απαιτούν να μπορεί ο δανειολήπτης να γνωρίζει και να ελέγχει την απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Η νέα προθεσμία ενισχύει την εφαρμογή αυτών των υποχρεώσεων. Δεν δικαιολογεί να παρουσιάζεται η απόδοση στοιχειωδών πληροφοριών ως αντάλλαγμα για τη διεύρυνση της εκτελεστικής δύναμης των πιστωτών.
Χρειάζεται επιπλέον προσοχή στον τρόπο εφαρμογής. Η παρ. 2 επιτρέπει την εκπλήρωση της υποχρέωσης με ενημέρωση ότι τα πλήρη στοιχεία βρίσκονται στο σύστημα προσωποποιημένης πληροφόρησης. Οι παρ. 7 και 8 περιορίζουν την επανάληψη αιτημάτων και θέτουν εξάμηνο διάστημα για νέο αίτημα σχετικά με τα ίδια στοιχεία που έχουν χορηγηθεί εκτός συστήματος. Η παραπομπή στην πλατφόρμα πρέπει να σημαίνει πραγματική πρόσβαση σε πλήρη στοιχεία. Η διάταξη διατηρεί τις αξιώσεις αποζημίωσης και επιστροφής αχρεώστητων καταβολών, ενώ συνδέει την επανέναρξη της τοκοφορίας με υπογεγραμμένη από τα δύο μέρη επιστολή χορήγησης. Η εποπτεία οφείλει να εξασφαλίσει ότι οι εγγυήσεις αυτές εφαρμόζονται και ότι οι περιορισμοί επανάληψης δεν χρησιμοποιούνται για να παραμένουν αναπάντητες ουσιαστικές ελλείψεις.
Στη συγκεκριμένη πληροφόρηση δεν περιλαμβάνεται δικαίωμα γνωστοποίησης του πραγματικού τιμήματος απόκτησης της απαίτησης. Η διαφορά παραμένει έντονη. Ο δανειολήπτης αποκαλύπτει την οικονομική του κατάσταση για να ζητήσει ρύθμιση, χωρίς αντίστοιχη ενημέρωση για τους οικονομικούς όρους της μεταβίβασης του δανείου του. Η γνώση του τιμήματος δεν επιφέρει αυτόματη μείωση της οφειλής. Μπορεί, όμως, να συμβάλει στη διαμόρφωση τεκμηριωμένης πρότασης και στον έλεγχο της οικονομικής αιτιολόγησης μιας άρνησης συμβιβασμού. Η ουσιαστική διαφάνεια δεν μπορεί να εξαντλείται στα στοιχεία της ασθενέστερης πλευράς.
Οι προηγούμενες κανονιστικές επιλογές καθιστούν αναγκαία τη δημόσια λογοδοσία. Η υπουργική απόφαση 20783/2020 για τις τιτλοποιήσεις προέβλεπε στο δημοσιευόμενο έντυπο το ποσό ή τον τρόπο υπολογισμού του τιμήματος. Η κατάργησή της προβλέφθηκε με τον νόμο 5123/2024, τον οποίο συνυπέγραφε ο Κωστής Χατζηδάκης. Στο διαφορετικό πλαίσιο των μεταβιβάσεων δανείων, ο ίδιος είχε ήδη υπογράψει την απόφαση 19169 ΕΞ 2024. Στο Παράρτημα ΙΙ προβλέπεται ότι, για τον τρόπο υπολογισμού του τιμήματος, «αρκεί η παραπομπή στους σχετικούς συμβατικούς όρους της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης». Παράλληλα επιτρέπεται να συνυποβάλλεται περίληψη αντί ολόκληρης της σύμβασης. Έτσι, η δημοσιότητα μπορεί να ολοκληρώνεται χωρίς το ίδιο το έντυπο να αποκαλύπτει την οικονομική πληροφορία που αναζητεί ο δανειολήπτης.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να αιτιολογήσει αυτή την επιλογή και να καλύψει το κενό. Μια παραπομπή σε ιδιωτικούς συμβατικούς όρους δεν ισοδυναμεί με αυτοτελώς ελέγξιμη πληροφορία. Απαιτείται δικαίωμα πρόσβασης στο τίμημα και στους ουσιώδεις οικονομικούς όρους της μεταβίβασης. Όταν δεν υπάρχει χωριστό συμβατικό τίμημα για κάθε απαίτηση, χρειάζεται αντικειμενική και επαληθεύσιμη μέθοδος επιμερισμού, με σαφή διάκριση της αναλογούσας αξίας από το πράγματι συμφωνημένο τίμημα. Η διοικητική ευκολία των συναλλαγών δεν αρκεί ως λόγος για τη διατήρηση της πληροφοριακής ανισότητας.
Το άρθρο 23 μεταβάλλει ουσιωδώς τη θέση του οφειλέτη. Με την παρ. 3 του προτεινόμενου άρθρου 63Ε, η ιδιωτική σύμβαση διμερούς ρύθμισης καθίσταται εκτελεστός τίτλος για το σύνολο των αναφερόμενων απαιτήσεων. Ο πιστωτής θα μπορεί, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκτέλεσης, να στηριχθεί στην ίδια τη σύμβαση χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως νέα δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής. Η παρ. 4 καταλαμβάνει και τους εγγυητές, συνοφειλέτες και ασφαλειοδότες που συμβάλλονται, επιτρέπει συντηρητική κατάσχεση και προσημείωση υποθήκης με βάση τη σύμβαση και προβλέπει ειδική προθεσμία είκοσι εργάσιμων ημερών για ανακοπή μη συμβληθέντων τρίτων έναντι των οποίων εκτείνεται η εκτελεστότητα.
Η αναγνώριση της οφειλής βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματος. Ο δανειολήπτης που αποδέχεται συγκεκριμένο υπόλοιπο και αναλαμβάνει την αποπληρωμή του αναγνωρίζει το χρέος. Η αναγνώριση αυτή έχει δεσμευτικές συνέπειες και, ανάλογα με το περιεχόμενο της συμφωνίας, μπορεί να θεμελιώνει αυτοτελή υποχρέωση. Η νέα διάταξη προσθέτει στην ήδη σημαντική αυτή δέσμευση την εκτελεστική ισχύ της σύμβασης. Η αποδοχή της ρύθμισης δεν αφορά επομένως μόνο το ύψος μιας δόσης. Μπορεί να ενισχύσει συγχρόνως τη νομική βάση και τη δυνατότητα αναγκαστικής είσπραξης της απαίτησης.
Όταν υπάρχουν αμφισβητούμενες χρεώσεις, ελλείψεις στο ιστορικό καταβολών ή προβλήματα τεκμηρίωσης του υπολοίπου, η συνέπεια αυτή είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Ο οφειλέτης προσέρχεται συχνά στη διαπραγμάτευση υπό την πίεση επικείμενης απώλειας περιουσίας. Η ανάγκη να συμφωνήσει μια καταβλητέα δόση δεν διασφαλίζει ότι έχει προηγηθεί πλήρης έλεγχος του ποσού που αναγνωρίζει και των όρων που αποδέχεται. Η κυβέρνηση καλείται να αιτιολογήσει γιατί μεταβάλλει μια διαδικασία αναζήτησης λύσης σε πρόσθετη οδό απόκτησης εκτελεστού τίτλου. Η ρύθμιση της οφειλής δεν απαιτεί ως αυτονόητο τίμημα αυτή την παραχώρηση.
Ο ίδιος προβληματισμός αφορά τον εξωδικαστικό μηχανισμό. Το υπολογιστικό εργαλείο διαμορφώνει οικονομική πρόταση. Δεν δικάζει τη νομιμότητα της απαίτησης ούτε ελέγχει δικαιοδοτικά κάθε χρέωση και ένσταση. Η ψηφιακή ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν υποκαθιστά την πλήρη γνώση των συνεπειών της αναγνώρισης. Η προστασία της κατοικίας χρειάζεται να εξετάζεται μαζί με τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει ο δανειολήπτης για να την επιδιώξει. Αλλιώς η μικρότερη δόση μπορεί να επισκιάζει μια πολύ μεγαλύτερη επιβάρυνση της νομικής του θέσης.
Το άρθρο 37, με το προτεινόμενο άρθρο 63Θ, προσθέτει ένα δεύτερο σοβαρό πρόβλημα. Οι παρ. 1 και 2 επιβάλλουν καλή πίστη και συντονισμό των υπηρεσιών του πιστωτή και προβλέπουν αποχή από συγκεκριμένα μέτρα κατά της κύριας κατοικίας, από την υποβολή πλήρους αίτησης και κατά το οριζόμενο διάστημα της διαπραγμάτευσης. Διατηρούνται η αναγγελία σε πλειστηριασμό που επισπεύδει τρίτος και οι υφιστάμενες εμπράγματες ασφάλειες. Η παρ. 3 προβλέπει άρση του περιορισμού μετά την αθέτηση και δυνατότητα τροπής προσημείωσης σε υποθήκη. Επιπλέον, στο τελευταίο εδάφιό της, αποκλείει την εκ νέου ρύθμιση των ίδιων ποσών με νέα αίτηση στον εξωδικαστικό μηχανισμό.
Ο αποκλεισμός αυτός δεν συνοδεύεται, στη συγκεκριμένη πρόβλεψη, από ρητή εξαίρεση για ανεργία, σοβαρή ασθένεια ή άλλη ουσιώδη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Η αδυναμία τήρησης μιας συμφωνίας γίνεται λόγος αποκλεισμού από νέα προσπάθεια για τις ίδιες οφειλές. Αν επιδιώκεται η αντιμετώπιση προσχηματικών αιτήσεων, χρειάζονται συγκεκριμένα κριτήρια και δυνατότητα ελέγχου. Η γενική απαγόρευση δεν διακρίνει την καταχρηστική συμπεριφορά από την πραγματική αδυναμία. Στερεί μια δυνατότητα επανεξέτασης ακριβώς όταν αυτή μπορεί να καταστεί αναγκαία.
Ο συνδυασμός είναι δυσανάλογος. Ο πιστωτής ενισχύεται με εκτελεστό τίτλο, ενώ ο οφειλέτης, αν αποτύχει η συμφωνία, χάνει την πρόσβαση σε νέα ρύθμιση των ίδιων ποσών μέσω του εξωδικαστικού. Η κυβέρνηση προβάλλει τον μηχανισμό ως βασικό εργαλείο αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους και ταυτόχρονα προτείνει αυτόν τον αποκλεισμό. Η αντίφαση δεν απαντάται με την επίκληση της καλής πίστης. Απαιτεί αλλαγή του προτεινόμενου κανόνα.
Στην αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής ανήκει και η αντιμετώπιση της απόφασης 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό των τόκων επί της μηνιαίας δόσης στις δικαστικές ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη. Ο Γιάννης Στουρνάρας δήλωσε «Δεν είναι καθαρή απόφαση. Τουλάχιστον επιδέχεται πολλών αναγνώσεων». Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Όμηρος Τσάπαλος, μιλώντας στην ΕΡΤ στις 12 Ιουνίου, αναγνώριζε ότι είναι σαφής στον πυρήνα της και δικαιώνει τους δανειολήπτες, ενώ έθετε ζήτημα δημοσιονομικών προεκτάσεων. Ο Πιερρακάκης, στη δημοσιευμένη συνέντευξή του στις 25 Ιουνίου 2026, επικαλέστηκε την περιπλοκότητα της απόφασης και δήλωσε «Εφαρμογή είναι εφεξής». Η απουσία της λέξης αναδρομικότητα από μια δικαστική απόφαση δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή αιτιολογία για τον περιορισμό της αποκατάστασης προηγούμενων εσφαλμένων χρεώσεων.
Το νομοθετικό αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένο. Στις ενεργές ρυθμίσεις που καλύπτονται, οι υπερκαταβολές λογίζονται ως αποπληρωμή κεφαλαίου και μειώνουν το υπόλοιπο, αλλά αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις, περιορίζοντας τον αριθμό τους. Δεν παρέχεται επιλογή άμεσης επιστροφής ή απαλλαγής από τις αμέσως επόμενες δόσεις λόγω αυτών των ποσών. Για τις ρυθμίσεις που είχαν ήδη περατωθεί κατά την έναρξη ισχύος, καθώς και για εκείνες στις οποίες είχαν πληρωθεί οι προϋποθέσεις έκπτωσης, ο νόμος ορίζει ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν με άλλες μεθόδους τοκισμού «δεν αναζητούνται». Η ολοκλήρωση της αποπληρωμής καθίσταται έτσι λόγος αποκλεισμού από την επιστροφή. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί ο συνεπής οφειλέτης που τελείωσε τη ρύθμισή του πρέπει να στερείται την αποκατάσταση. Ο αποκλεισμός αυτός χρειάζεται κατάργηση.
Υπάρχει επίσης η κατηγορία των ανθρώπων που έχουν ήδη χάσει την κατοικία τους. Οι τρεις επίμαχες διατάξεις δεν θεσπίζουν υπέρ τους δικαίωμα προτεραιότητας στην επαναγορά ούτε δεσμευτική διαδικασία αξιολόγησης χρηματοδοτημένης πρότασης για την ανάκτησή της. Μια οικογένεια μπορεί να συγκεντρώσει χρήματα, να εξασφαλίσει βοήθεια συγγενών και να καταθέσει οικονομικά συγκεκριμένη πρόταση, χωρίς να αποκτά εδώ δικαίωμα ουσιαστικής εξέτασής της. Η δυνατότητα να απευθυνθεί ιδιωτικά στον νέο ιδιοκτήτη δεν καλύπτει το έλλειμμα θεσμικής προστασίας.
Χρειάζεται συνεπώς οργανωμένη δυνατότητα επαναγοράς με σαφή κριτήρια, χρηματοδοτικά εργαλεία και αιτιολογημένη ανταπόκριση. Η κυβέρνηση διαθέτει τη νομοθετική πρωτοβουλία για να ανοίξει αυτή τη συζήτηση. Όταν ρυθμίζονται με τόση λεπτομέρεια οι δυνατότητες είσπραξης, η απουσία αντίστοιχης μέριμνας για την επανάκτηση της στέγης αποτελεί ουσιαστική πολιτική επιλογή. Η κοινωνική αποκατάσταση δεν μπορεί να τελειώνει στο δικαίωμα υποβολής μιας πρότασης που ο αποδέκτης της μπορεί απλώς να αγνοήσει.
Η ανάγκη διαφάνειας και αποτελεσματικής εποπτείας έχει και συγκεκριμένο πολιτικό προηγούμενο. Ο Ανδρέας Πάτσης διεγράφη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας στις 25 Οκτωβρίου 2022, μετά τις καταγγελίες για επιχειρηματική δραστηριότητα στην εξαγορά κόκκινων δανείων. Η πρωθυπουργική ανακοίνωση έκρινε ανεπαρκείς τις εξηγήσεις του για επαγγελματικές δραστηριότητες που δεν συνάδουν με τη βουλευτική ιδιότητα και τις αρχές του κόμματος. Η υπόθεση ενισχύει την υποχρέωση ελέγχου συγκρούσεων συμφερόντων, πραγματικών δικαιούχων και οικονομικών όρων των συναλλαγών. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορεί να θεωρεί ότι η κομματική διαχείριση εκείνου του περιστατικού εξάντλησε τη θεσμική της ευθύνη για τη διαφάνεια της αγοράς.
Ιδιαίτερη ευθύνη τοποθέτησης έχουν οι έντεκα βουλευτές που υπέγραψαν την ερώτηση 6824 της 17ης Σεπτεμβρίου 2024 για την απροστάτευτη περιουσία δανειοληπτών και εγγυητών. Είχαν αναδείξει την καθυστέρηση εξέτασης αιτημάτων, τις ελλείψεις ενημέρωσης και την ανεπαρκή συνεννόηση μεταξύ υπηρεσιών των διαχειριστών, ακόμη και σε περιπτώσεις δικαστικής δικαίωσης οφειλετών. Η τότε παρέμβαση δημιουργεί προσδοκία συνέπειας. Σήμερα καλούνται να κρίνουν συγκεκριμένες προτεινόμενες μεταβολές που ενισχύουν τον πιστωτή και περιορίζουν τις επιλογές του οφειλέτη.
Αναμένουμε από τους υπογράφοντες δημόσια και σαφή θέση για την εκτελεστότητα της σύμβασης του άρθρου 63Ε και τον αποκλεισμό νέας εξωδικαστικής ρύθμισης του άρθρου 63Θ. Αναμένουμε να ζητήσουν συγκεκριμένες αλλαγές, να ελέγξουν την επάρκεια των απαντήσεων της κυβέρνησης και να επιμείνουν σε ουσιαστική προστασία της κατοικίας. Μια κοινοβουλευτική ερώτηση δεν αποτελεί διαρκές τεκμήριο υπεράσπισης των δανειοληπτών. Η αξιοπιστία της παρέμβασής τους εξαρτάται από τη συνέχεια που θα δώσουν όταν οι διατάξεις αποκτήσουν νομοθετική διαδρομή. Το ίδιο κριτήριο ισχύει για κάθε βουλευτή.
Ζητούμε την απόσυρση της παραχώρησης εκτελεστότητας από το άρθρο 23 και την άρση του αποκλεισμού που εισάγει το άρθρο 27. Οι εγγυήσεις ενημέρωσης του άρθρου 13 πρέπει να διατηρηθούν και να εφαρμοστούν αποτελεσματικά, με δυνατότητα ελέγχου της πληρότητας των στοιχείων. Χρειάζεται πλήρης οικονομική διαφάνεια πριν από την αποδοχή οποιασδήποτε ρύθμισης, πραγματική δυνατότητα ελέγχου της αναγνωριζόμενης οφειλής και συγκεκριμένη μέριμνα για όσους επιδιώκουν να επανακτήσουν την κατοικία τους. Η αποκατάσταση από εσφαλμένο τοκισμό δεν πρέπει να αποκλείεται επειδή η ρύθμιση ολοκληρώθηκε.
Οι δανειολήπτες έχουν συμφέρον από βιώσιμες συμφωνίες και αξιόπιστες διαδικασίες. Έχουν όμως και δικαίωμα να αρνούνται νομοθετικές επιλογές που επιβαρύνουν δυσανάλογα τη θέση τους. Οι θετικές βελτιώσεις στην ενημέρωση δεν αρκούν για να νομιμοποιήσουν πολιτικά αυτή την ανισορροπία. Ο υπουργός και η κυβέρνηση οφείλουν να την αντιμετωπίσουν στο περιεχόμενο των διατάξεων. Η Βουλή οφείλει να κρίνει το πραγματικό αποτέλεσμα και να απαιτήσει τις αλλαγές πριν από την ψήφισή τους. Η προστασία των δανειοληπτών πρέπει να αποδεικνύεται στη δυνατότητά τους να διατηρήσουν την κατοικία και να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.

