ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΔΡΑΜΑΣ

(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ)

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Γεωργία Σακάλογλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέως.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 22 Μαΐου 2012 για να δικάσει την αίτηση με αριθμό κατάθεσης……………/2012.

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ :Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Ε.F.G. Ευurobaηκ Εrgasias Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θ. Β., του δικηγορικού συλλόγου Δράμας.

ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1.) Η. Α. του Α., και 2.) Μ. Α. του Η., κατοίκων Δράμας, που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Αθανάσιου Χατζηαθανασϊου, του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

αφου μελετησε τη δικογραφια- σκέφτηκε συμφωνά με τον νομο

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939,941,942,943 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη του, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίηση του. Προϋποθέσεις δε προστασίας του δανειστού είναι: 1) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 2) Απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης του δανειστού , η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση  του   περιουσιακού  του   στοιχείου   θα   περιέλθει   σε  τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση του δανειστού , αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξεως του είναι η βλάβη του δανειστού, την οποία αποδέχεται, 3)βλάβη του δανειστού, δηλαδή της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία αυτού να μην αρκεί προς ικανοποίηση του δανειστού. Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της βάσεως της περί διαρρήξεως αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστού , η οποία υπάρχει μόνον όταν ο οφειλέτης είναι κατά το χρόνο αυτό αφερέγγυος, 4) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση, σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από, αγχιστεία έως το δεύτερο, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 88/1998 ΕλλΔνη 39, σελ. 843, ΑΠ 2045/1986 ΕλλΔνη 28, 1223, ΕφΠειρ, 433/1994 Ελλ.Δνη 36.686). Εξάλλου κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ, αυτός που εγείρει την αγωγή διαρρήξεως πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο που ο οφειλέτης του επιχειρεί την απαλλοτρίωση. Τέτοια ιδιότητα λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης που τελεί υπό την αναβλητική προθεσμία, αρκεί μόνο κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεστεί τα γεγονότα τα παραγωγικά της απαίτησης του και να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη (ΟλΑΠ 709/1974 ΝοΒ 23 σελ. 300, ΑΠ 1482/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 88/1998 ΕλλΔνη 39. 843, ΑΠ 121/1998 ΕλλΔνη 39.574). Σε διάρρηξη υπόκεινται σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις τόσο οι επαχθείς όσο και οι χαριστικές δικαιοπραξίες, καθώς και κάθε παροχή από ηθικά

καθήκοντα, μεταξύ των οποίων είναι και οι αφορώσες τις παροχές των γονέων προς τα τέκνα τους που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το άρθρο 1509 ΑΚ, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετική ηθικής υποχρεώσεως του γονέα προς το τέκνο δεν μπορεί να δικαιολογεί ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπληρώσεωςαπό τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεων του έναντι των νομικών (ΑΠ818/1998 ΕλλΔνη 40.139,ΑΠ 1264/1994 ΕλλΔνη 37,316). Περαιτέρω, μετά τις τροποποιήσεις, που ο ν. 2298/95 επέφερε στις διατάξεις των άρθρων 936 και 992 του ΚΠολΔ, η διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας δεν γεννά πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβιβάσεως του αντικειμένου της απαλλοτριώσεως, ώστε στη συνέχεια ο δανειστής να προβεί στην κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος εις χείρας του οφειλέτη, αλλά μπορεί ο δανειστής, που πέτυχε τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, να προέλθει στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία αυτού (οφειλέτη), ως να μην είχε μεσολαβήσει η διαρρηχθείσα απαλλοτρίωση. Πάντως, διαρκούσης της επί της παυλιανής αγωγής δίκης, είναι δυνατόν ο τρίτος που απέκτησε το καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, να το μεταβιβάσει περαιτέρω πριν από την έκδοση της σχετικής αποφάσεως και, προκειμένου περί ακινήτου, πριν από την κατά το άρθρο 992 παρ. 1 ΚΠολΔ σημείωση της διαρρήξεως στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξεως. Στην περίπτωση αυτήν ο ειδικός διάδοχος του τρίτου προστατεύεται, η δε προς αυτόν απαλλοτρίωση υπόκειται μόνο σε αυτοτελή διάρρηξη και δη υπό τους όρους των άρθρων 944 και 945 του ΑΚ (Στ. Ματθία, Τροποποιήσεις στην αναγκαστική εκτέλεση με το νόμο 2298/1995, σε ΕλλΔνη 36(1995)1453 επ, Δέσπ. Κλαβανϊδου, Η καταδολίευση δανειστών μετά το ν. 2298/1995, σε ΕλλΔνη 36 (1995)1463 επ.). Εντεύθεν, προκύπτει το έννομο συμφέρον του δανειστή, σε βάρος των δικαιωμάτων του οποίου ενεργήθηκε η καταδολιευτική απαλλοτρίωση, να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την, κατά τη διάρκεια της, διασφάλιση του αντικειμένου της δίκης, καθόσον η «η αντιταξιμότητα» της μεταβιβάσεως δεν καταλαμβάνει τον ειδικό διάδοχο του τρίτου. Ως προστασία του δανειστή του ενεργήσαντος την καταδολιευτική δικαιοπραξία οφειλέτη, προκειμένου περί καταδολιευτικώς μεταβιβασθέντος ακινήτου, παρέχεται το ασφαλιστικό μέτρο της επ» αυτού εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης, που ακολουθεί το επίμαχο ακίνητο σε κάθε μεταβίβαση του και το οποίο μπορεί να ληφθεί με αίτηση του κατά τα άνω δανειστή, στρεφόμενη κατά του αποκτήσαντος, δυνάμει της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, το ακίνητο τρίτου. Αν λοιπόν συντρέχουν οι προυποθέσεις διάρρηξης καταδολιευτικής μεταβίβασης ακινήτου, η αίτηση προσημειώσεως νόμιμα απευθύνεται και εναντίον εκείνου που απέκτησε από τον οφειλέτη (ΠολΠρΘεσ 32604/1999 Αρμ 2000.927, ΜονΠρΘεσ 8/2009 Αρμ 2009.252, ΜονΠρΒολ 1302/2001 ΑρχΝ2001.650, ΜονΠρΤρικ. 862/2000 ΑρχΝ 2001.677, ΜονΠρΛαρ 1362/1998 ΑρχΝ2000 .825, Βλ. και Τζίφρα Π., Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδοση 1985, σελ. 138,Βαθρακοκοίλη Β, ΕρμΚΠολΔ, στο άρθρο 706, παρ. 11 και 26 ).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα , επικαλούμενη επικείμενο κίνδυνο, ζητεί να διαταχθεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής που άσκησε κατά των καθών η παρούσα αίτηση, δυνάμει της οποίας αιτείται τη διάρρηξη των αναφερομένων στην αίτηση δικαιοπραξιών μεταβίβασης ψιλής κυριότητας και επικαρπίας ακινήτου, η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο που περιγράφεται στην αίτηση, το οποίο μεταβιβάστηκε καταδολιευτικά, κατά τα ιστορούμενα ,από τον πρώτο των καθών , οφειλέτη της αιτούσας στη δεύτερη των καθών-κόρη του , προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της ποσού 220.414,031 ευρώ, που κινδυνεύει να μην ικανοποιηθεί, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του ως άνω οφειλέτη δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της αιτούσας.

Η αίτηση παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καίτοι εκκρεμεί προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας η κύρια υπόθεση, καθόσον δεν παρέχεται δικαίωμα υποβολής αυτοτελούς αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του, παρά μόνον κατά την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης, δηλαδή όταν υπάρχει στάση της δίκης, ενώ το παρόν Δικαστήριο έχει παράλληλη αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αιτήσεως(αρθρ. 683 παρ.1 και 684 ΚΠολΔ) που εξικνείται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, μετά την έκδοση της οποίας και το εξ αυτής πηγάζον δεδικασμένο, δεν είναι νοητή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Περαιτέρω, η υπόθεση ανήκει στην υλική και τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ. Η αίτηση, με την οποία ζητείται η εγγραφή προσημειώσεως σε ακίνητο, το οποίο ο οφειλέτης μεταβίβασε καταδολιευτικά σε τρίτα πρόσωπα, είναι σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 706 ΚΠολΔ, 939 επ.,1274 ΑΚ. Πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της. Από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου , από τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι και από τους ισχυρισμούς τους που αναπτύχθηκαν προφορικά αλλά και δια των εγγράφων σημειωμάτων που κατέθεσαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους αρκούντως πιθανολογήθηκαν τα εξής: Η αιτούσα με την με αριθμό 650000538683/11-7-2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου καθώς και με τις πρόσθετες πράξεις της αρχικής σύμβασης χορήγησε στον πρώτο των καθών στεγαστικό δάνειο ποσού 190.000 ευρώ, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που συνομολογήθηκαν. Ο πρώτος των καθών ήδη από τον Φεβρουάριο του έτους 2010 κατέστη υπερήμερος ως προς την αποπληρωμή των ληξιπροθέσμων δόσεων του δανείου και η αιτούσα με την από 2-2-2011 καταγγελία της, που επιδόθηκε νομίμως στον πρώτο των καθών, κατήγγειλε τη σύμβαση και ζήτησε από τον καθού την αποπληρωμή του συνόλου της οφειλής του ποσού 198.952,31 ευρώ, ενώ κατόπιν αιτήσεως της εκδόθηκε η υπ.αριθμ. 1217ΔΠ204/8-6-2011 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε ο πρώτος των καθών-πρωτοφειλέτης να καταβάλλει το ως άνω ποσό της οφειλής του, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων. Ο πρώτος των καθών μετά από δεκάμηνο από τη σύναψη της σύμβασης του στεγαστικού δανείου με το υπ.αριθμ.2057/26-4-2007 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Δοξάτου Δράμας Θ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε προς την δεύτερη των καθών-θυγατέρα του κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατήσας δι’ εαυτόν το δικαίωμα επικαρπίας, ένα αυτοτελές και διαιρεμένο διαμέρισμα , το οποίο φέρει αριθμό εσωτερικής αρίθμησης -1- και βρίσκεται στον δεύτερο κύριο όροφο μετά το υπόγειο και την πυλωτή μιας οικοδομής που βρίσκεται στην Δημοτική Κοινότητα Δράμας, και το οποίο έχει εμβαδόν καθαρό 88,35 τετραγωνικά μέτρα,εμβαδόν  μικτό   112,56  τετραγωνικά   μέτρα. Ακολούθως ο πρώτος των καθών με την υπ.αριθμ. 1.737/9-2-2011 πράξη παραίτησης από το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας οριζόντιας ιδιοκτησίας, λόγω γονικής παροχής, της συμβολαιογράφου Δράμας Μ.  Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, παραιτήθηκε από την ισόβια επικαρπία του διαμερίσματος που είχε παρακρατήσει για τον εαυτό του και πλέον η δεύτερη των καθών απέκτησε την πλήρη κυριότητα της οριζοντίου ιδιοκτησίας. Κατά το χρόνο μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του ακινήτου από τον πρώτο των καθών, αυτός ήταν πράγματι οφειλέτης της αιτούσας, πλην όμως ανταποκρινόταν στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του έναντι αυτής , δεν ήταν υπερήμερος ως προς τις τμηματικές καταβολές των δόσεων_του δανείου και η οικονομική του κατάσταση ήταν ανθηρή, δεδομένου ότι ως συνομολογεί η αιτούσα η υπερημερία του ως προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές αφετηριάζεται από τον Φεβρουάριο του έτους 2010, συνεπεία της οικονομικής κρίσης   που   ήδη   είχε   αρχίσει   να   πλήττει   πρωτίστως  τους  ελεύθερους επαγγελματίες.  

Η αιτούσα κατά τη χορήγηση του στεγαστικού δανείου__στον πρώτο των καθών, προς εξασφάλιση της χρηματικής της απαίτησης, είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 247.000 ευρώ σε ακίνητο (κατάστημα) ιδιοκτησίας του , κρίνοντας, με βάση τις επικρατούσες τότε στην αγορά συνθήκες, ότι με την εγγραφή της ως άνω εμπράγματης ασφάλειας εξασφαλίζεται επαρκώς η εκ δανείου απαίτηση της. Περαιτέρω η εν λόγω απαλλοτρίωση (μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του δαιμερίσματος) συντελέσθηκε ενόψει της οικογενειακής αποκατάστασης της δευτέρας των καθών -θυγατέρας του πρώτου των καθών, η οποία τον Ιούλιο του έτους 2007 τέλεσε γάμο και άρχισε να χρησιμοποιεί το μεταβιβασθέν κατά ψιλή κυριότητα ακίνητο ως οικογενειακή στέγη. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεν πιθανολογείται ότι ο πρώτος των καθών ενήργησε κατά τον παραπάνω τρόπο, ήτοι μεταβίβασε το επίδικο διαμέρισμα στη δεύτερη καθης-θυγατέρα του -της οποίας η γνώση σε κάθε περίπτωση είναι αδιάφορη, νια το λόγο ότι η γονική παροχή είναι εξ ολοκλήρου χαριστική δικαιοπραξία (ΑΠ 1482/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)- με πρόθεση να βλάψει τα συμφέροντα της αιτούσας και να μην ικανοποιήσει την απαίτηση της, καθόσον ο ίδιος τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης (26-4-2007) είχε την οικονομική ευχέρεια να ανταποκριθεί στις οικονομικές του έναντι της αιτούσας εκκρεμότητες, η εκ δανείου απαίτηση της αιτούσας ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και ως εκ  τούτου δεν σκοπούσε στη ματαίωση της ικανοποίησης της αιτούσας. Περαιτέρω όμως κατά το χρόνο που ο πρώτος των καθών παραιτήθηκε του δικαιώματος της επικαρπίας που είχε παρακρατήσει για τον εαυτό του , ήτοι την 9-2-2011, αυτός γνώριζε ότι ήταν υπερήμερος οφειλέτης της αιτούσας και μάλιστα ότι είχε καταγγελθεί η σύμβαση δανείου και είχε καταστεί αμέσως απαιτητό το χρεωστικό υπόλοιπο της ανερχόμενο στο ποσό των 198.952,31 ευρώ, καθόσον την 7-2-2011 είχε περιέλθει σε αυτόν η εξώδικη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους την αιτούσας , επιπλέον δε γνώριζε την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, ενώ ως προς τη δεύτερη των καθών- αποκτήσασα την επικαρπία του ακινήτου από χαριστική αιτία (γονική παροχή), δεν απαιτείται κατ «άρθρο 942 ΑΚ γνώση του καταδολιευτικού σκοπού της μεταβίβασης. «Αλλωστε ο επικαλούμενος λόγος που υπαγόρευσε τη μεταβίβαση και της επικαρπίας του ακινήτου, ήτοι η δαπάνη ανακαίνισης του ακινήτου από τη δεύτερη των καθών, ελέγχεται ως αναληθής, καθόσον εν προκειμένω, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης, η επαύξηση της αξίας του ακινήτου απέβαινε και ωφελούσε μόνο τη Δευτέρα των καθών. Η δε παραίτηση από την επικαρπία ακινήτου συνιστά
απαλλοτρίωση, υποκείμενη σε διάρρηξη (ΕφΛαρ 743/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και
συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις νια να θεωρηθεί ως καταδολιευτική. Η
αιτούσα ήδη έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας την
από 23-4-2012 αγωγή διαρρήξεως και της ως άνω καταδολιευτικής
δικαιοπραξίας και επίκειται η συζήτηση της στη δικάσιμο της 20-9-2012. Η εκ
δανείου απαίτηση της αιτούσας δεν καλύπτεται εξ ολοκλήρου πλέον
εμπραγμάτως, επιπλέον   δε   υπάρχουν   σαφείς   ενδείξεις   οικονομικής δυσχέρειας του πρώτου των καθών και αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Ως εκ τούτων καθίσταται επισφαλής η ικανοποίηση της απαίτησης της αιτούσας, ενώ προ της εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ανωτέρω αγωγής διαρρήξεως και της σημειώσεως της διαρρήξεως στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξεως, υφίσταται κίνδυνος περαιτέρω μεταβιβάσεως του ακινήτου από την δεύτερη των καθών, προς αποτροπή της ικανοποίησης της αξιώσεως της αιτούσας. Συντρέχει λοιπόν νόμιμη περίπτωση να ληφθεί το αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο, μόνον όμως όσον αφορά το δικαίωμα επικαρπίας και όχι για το δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί του ακινήτου, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, επιτρεπομένης της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης σε δικαίωμα επικαρπίας επί ακινήτου (βλ.σχ.ΑΠ 280/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) όπως ορίζεται στο διατακτικό και γΓ αυτό η αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 3 του Κώδικα δικηγόρων, λόγω του αντικειμένου της υπόθεσης.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

 

ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ στην αιτούσα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των διακοσίων τεσσάρων χιλιάδων εκατόν σαράντα ευρώ και τριάντα ενός ευρώ (204.140,31 ευρώ) , για την εξασφάλιση της χρηματικής απαιτήσεως της, στο δικαίωμα επικαρπίας επί του επίδικου ως άνω περιγραφομένου  ακίνητου………….. 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στη Δράμα στις 28 Μαίου 2012, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους , παρουσία της Γραμματέως Α. Κ.

ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ